Οι Απόστολος Δοξιάδης, Τάκης Θεοδωρόπουλος και Πέτρος Μάρκαρης κατακεραυνώνουν τους ακτιβιστές που διέκοψαν θεατρικές παραστάσεις, ειδικά στην περίπτωση της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεατρου.
Η κατάντια υπάρχει εδώ:
http://digital.tanea.gr/ClipForm.aspx?nid=11036105
Αλλά ο Δοξιάδης έχει ήδη γράψει βιβλίο με τον τίτλο "Τα τρία ανθρωπάκια".
Γιατί επανέρχεται?
Wednesday, December 24, 2008
Tuesday, December 23, 2008
Στρατόπεδα

Όχι πως θεωρώ ότι χρειάζεται, αλλά μιας και έπεσαν στην αντίληψή μου μαζεμένα, παραθέτω την προηγούμενη βδομάδα της δικηγορικής εργασίας του Αλέξη Κούγια.
Εκτός από την υπεράσπιση των δολοφόνων του μαθητή, ο Κούγιας είχε να παραστεί ως συνήγορος αστυνομικού που κατηγορείται για βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ σε βάρος ενός 17χρονου ανήλικου κι ενός 20χρονου στρατιώτη. Η ενημέρωση, μαζί με ενδιαφέρουσες νομικές πληροφορίες, από το Παρατηρητήριο του Ελσίνκι είναι εδώ:
http://cm.greekhelsinki.gr/uploads/2008_files/ghm1092_diki_mod_electroshock_greek.doc
Την προηγούμενη Πέμπτη, άγνωστοι έσπασαν το γραφείο του Αλέξη Κούγια. Τα ΜΜΕ μετέδωσαν πως ο Κούγιας ήταν στο δρόμο από τα Τρίκαλα προς την Αθήνα, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Αυτό που δεν μεταδόθηκε ήταν η υπόθεση: ο Κούγιας παρέστη σε δίκη στο Μικτό Ορκωτό Τρικάλων όπου υπερασπιζόταν τον έναν από τους τρεις "ημεδαπούς", που σκότωσαν στο ξύλο έναν Αλβανό μετανάστη (ο άλλος συνήγορος ήταν ο Κεχαγιόγλου του παραδικαστικού κυκλώματος). Τα κατάφεραν αρκετά καλά, μετατρέποντας την ανθρωποκτονία σε βαριά σωματική βλάβη για τους 2 (ο τρίτος αθωώθηκε), εκτιμώ πως οι δολοφόνοι θα είναι έξω σε ενάμιση χρόνο. Η είδηση είναι εδώ:
http://www.trikaland.gr/eidiseis/topika/katheirksi-7-eton-stous-dio-boliotes-20081212.html
Γυρνώντας από τα Τρίκαλα, έγραψε μια δήλωση για το σπάσιμο των γραφείων του. Η ανακοίνωση υπάρχει εδώ:
http://www.cosmo.gr/News/Hellas/223945.html
Ταραγμένος καθώς ήταν, δεν παρέστη στο δικαστήριο της επόμενης μέρας, στην Ευελπίδων. Ήταν το εφετείο για την υπόθεση του αστυνομικού Ανδράσκελα (αναγνωρισμένου ως μέλους της Χρυσής Αυγής από άλλη επίθεση) που επιτέθηκε στις 30 Ιούνη 2000 σε μέλη του ΣΕΚ κατά τη διάρκεια αντιρατσιστικής εξόρμησης στην πλατεία Κυψέλης. Ο Ανδράσκελας έχει καταδικαστεί πρωτόδικα για επικίνδυνη σωματική βλάβη χωρίς ελαφρυντικά και κυνηγάει να καθαρίσει το ποινικό του μητρώο. Εξακολουθεί να δουλεύει ως αστυνομικός (έφαγε μια σύντομη υπηρεσιακή κατσάδα). Το δικαστήριο αναβλήθηκε λόγω απουσίας του συνηγόρου του Ανδράσκελα Αλέξη Κούγια.
Από διαβολική σύμπτωση, αυτές τις μέρες κλείνει ένας χρόνος από την επίθεση στά γραφεία του Ομίλου Φίλων της Ελληνικής Αστυνομίας. Ο δικηγόρος του πιστολέρο προέδρου του Ομίλου Αλέξης Κούγιας (οι λεπτομέρειες εδώ: http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=424407 ) ανέβαλε την προηγούμενη βδομάδα τη δίκη σε βάρος των δύο δραστών της επίθεσης.
Στο στρατόπεδο (και όχι μόνο), τον εκάστοτε δικηγόρο μιας σειράς, μιας διμοιρίας, ενός θαλάμου, συνηθίζεται να τον φωνάζουν "Κούγια". Δεν μπορούσα να αποφύγω το παρατσούκλι, γι' αυτό και προτίμησα αναγκαστικά το "Δάγκας". Ήταν μια σωστή επιλογή.
Η ομορφιά μιας κοινωνικής έκρηξης δεν βρίσκεται απλώς στο ξέσπασμα του μαζικού κινήματος που διαλύει την ψευδή (και από παντού καλλιεργούμενη) εικόνα της κοινωνικής παθητικότητας. Βρίσκεται και στην αμφισβήτηση της κάθε λογής φόρμας. Για παράδειγμα, οι νομικές φόρμες μπορούν να είναι κυρίαρχες όταν οι κοινωνικές συνθήκες είναι "κανονικές". Ο καθένας δικαιούται να έχει έναν δικηγόρο, ακόμα κι αν είναι ο χειρότερος εγκληματίας. Αυτό είναι μια δήλωση "κανονικότητας". Η κοινωνική εξέγερση συνεπάγεται τη διάρρηξη της φόρμας υπέρ του περιεχομένου και τη διάχυση μιας μαζικής, πολιτικής οξυδέρκειας (σε αντίθεση με την "κανονικότητα" που συνεπάγεται την άμβλυνσή της). Στην περίπτωσή μας, το ζήτημα δεν είναι το ποιός θα είναι συνήγορος του κατηγορούμενου δολοφόνου του 15χρονου, αλλά το ποιό στρατόπεδο επιλέγεις, το με ποιόν είσαι. Είναι ευτύχημα ότι η πλειοψηφία μπορεί να σκέφτεται έτσι, είναι ευτύχημα ότι η πλειοψηφία δεν καταδικάζει το σπάσιμο του γραφείου του Κούγια από τη σκοπιά της νομικής επιστήμης, του "Διαφωτισμού", της "καταδίκης της βίας", "απ' όπου κι αν προέρχεται"...
Ο Κούγιας έχει διαλέξει πλευρά. Είμαι σίγουρος πως οταν θα γραφεί η ιστορία της εξέγερσης που ανέτρεψε τη Νέα Δημοκρατία, δεν θα βρεθεί γι' αυτόν χώρος ούτε καν για μια υποσημείωση. Αν αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε σήμερα μαζί του, είναι για να μην κάνει η δική μας πλευρά τα λάθη που αδίστακτα οι αντίπαλοι μας ούτε καν τα διανοούνται.
Tuesday, December 9, 2008
Thursday, November 20, 2008
Η φυλακή
"Σ' ένα άρθρο του Μάριο Μπονφαντίνι, «Η Τέχνη του Κάρολο Μπίνι», στην «Φορολογική Ιταλία» της 22ης Μάη 1932, αναφέρονται αυτοί οι δύο στίχοι (ή κάπως έτσι): «Η φυλακή είναι μια λίμα τόσο λεπτή – που, οξύνοντας τη σκέψη, τής προσδίνει ένα στυλ». Ποιός το έχει γράψει αυτό; Ο ίδιος ο Μπίνι; Άλλα έχει μείνει πραγματικά ο Μπίνι σε φυλακή; (Ίσως όχι πολύ). Η φυλακή είναι μια λίμα τόσο λεπτή που καταστρέφει πλήρως τη σκέψη ή κάνει ό,τι κι εκείνος ο αρχιεργάτης στον οποίον είχε παραδοθεί ένας ωραίος κορμός από ξύλο ξηραμένης ελιάς για να κάνει ένα άγαλμα του Αγίου Πέτρου, και κόβει εδώ, κόβει εκεί, διορθώνει, σχεδιάζει, και τελειώνει έχοντας φτιάξει μια λαβή για σουβλί".
[Αντόνιο Γκράμσι, Παρελθόν και Παρόν, Στοχαστής, Αθήνα 2005, σελ. 68.]
http://kratoumenoi.wordpress.com/2008/11/12/kalesma/
[Αντόνιο Γκράμσι, Παρελθόν και Παρόν, Στοχαστής, Αθήνα 2005, σελ. 68.]
http://kratoumenoi.wordpress.com/2008/11/12/kalesma/
Monday, November 10, 2008
Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (1)

«Ναι, πέρα για πέρα άνανδρος Λόλα, τον αρνούμαι τον πόλεμο με ό,τι έχει μέσα… Δεν τον θρηνώ εγώ… Δεν παραιτούμαι εγώ… Δεν τον μοιρολογάω… Τον αρνούμαι καθαρά και ξάστερα, κι όλους μαζί τους λεβέντες που περιέχει, δεν θέλω να ‘χω τίποτα να κάνω μαζί τους, μαζί του. Δεν πα να ‘ναι εννιακόσια ογδόντα πέντε εκατομμύρια του λόγου τους κι εγώ μονάχα ένας, αυτοί έχουν άδικο, Λόλα, κι εγώ έχω δίκιο, γιατί μόνο εγώ ξέρω τι θέλω: δεν θέλω πια να πεθάνω». (σ. 84)
«Κανόνια! Άνδρες! Πυρομαχικά!», να τι απαιτούσαν δίχως ποτέ να μοιάζουν αποκαμωμένοι οι πατριώτες. Δεν θα μπορούσαμε ποτέ πια να κοιμηθούμε, καταπώς φαινόταν, όσο το φτωχό Βέλγιο και η αθώα μικρή Αλσατία δεν θα γλιτώναν απ’ τον γερμανικό ζυγό. Ήταν μια εμμονή που εμπόδιζε, μας διαβεβαίωναν, τους καλύτερους από μας ν’ ανασάνουν, να φάνε, να ζευγαρώσουν. Δεν φαινόταν παρ’ όλα αυτά να εμποδίζει τους επιζώντες να κάνουν χρυσές δουλειές. Το ηθικό ήταν ακμαίο στα μετόπισθεν, αυτό να λέγεται. (σ.105)
«Ως εδώ ωστόσο, τα κλεφτρόνια διατηρούσαν στη Δημοκρατία μας το πλεονέκτημα να τους αφαιρείται η τιμή να φέρουν τα πατριωτικά όπλα. Από αύριο όμως, αυτή η κατάσταση θα αλλάξει, από αύριο, ο κλέφτης εγώ θα ξαναπάρω τη θέση μου στο στρατό… Δόθηκε διαταγή…[…] Άρχισε να δέχεται κάθε θυσία, απ’ όπου κι αν προέρχεται, όλα τα κρέατα, η Πατρίς… Έγινε απείρως ελαστική στην επιλογή των μαρτύρων της η Πατρίς. Τώρα δεν υπάρχουν στρατιώτες ανάξιοι να φέρουν όπλα και κυρίως να πεθάνουν υπό τα όπλα και διά των όπλων… Θα με κάνουν, ιδού το τελευταίο ανακοινωθέν, ήρωα εμένα!... Πρέπει να ‘ναι άκρως επιτακτική η φρενίτιδα των σφαγών για ν’ αρχίζουν να συγχωρούν την κλοπή μιας κονσέρβας! Τι λέω; Να την ξεχνούν! Είναι ασφαλώς σύνηθες να θαυμάζουμε κάθε μέρα αρχικλεφταράδες, τη χλιδή των οποίων προσκυνούν οι πάντες, μαζί κι εμείς, που η ύπαρξή τους, ωστόσο, αποδεικνύεται, αν την καλοεξετάσεις, έγκλημα διαρκείας που καθημερινά ανανεώνεται, πλην όμως αυτοί οι άνθρωποι απολαμβάνουν δόξα, τιμές και εξουσία, τα κακουργήματά τους έχουν θεσπιστεί διά νόμου, ενώ όσο μακριά κι αν ανατρέξουμε στην ιστορία – και ξέρεις ότι με πληρώνουν για να τη γνωρίζω – όλα δείχνουν πως μια ανώδυνη μικροκλοπή, και κυρίως ευτελών τροφίμων, σαν το ξεροκόμματο, το σαλάμι ή το τυρί, επισύρει ανελλιπώς στον δράστη το δημόσιο όνειδος, την κατηγορηματική απόρριψη της κοινότητας, τις έσχατες ποινές, την αυτόματη ατίμωση και την ανεξιλέωτη καταισχύνη, κι αυτό για δύο λόγους, πρώτον, γιατί ο δράστης τέτοιων κακουργημάτων είναι κατά κανόνα φτωχός, κι αυτή η κατάσταση υποδηλώνει από μόνη της μια κεφαλαιώδη ατιμία, και δεύτερον γιατί η πράξη του εμπεριέχει ένα είδος σιωπηρής μομφής προς την κοινότητα. Η κλοπή του φτωχού γίνεται μια δόλια ατομική επανόρθωση, με καταλαβαίνεις;… Που πάμε; Κι έτσι η πάταξη των μικροκλοπών εφαρμόζεται, σημείωσε, απανταχού της γης, με άκρα δριμύτητα όχι μόνο ως μέσον κοινωνικής άμυνας, αλλά επιπροσθέτως και κυρίως ως αυστηρή σύσταση προς άπαντες τους δυστυχείς να μένουν στη θέση τους και στην κάστα τους, φρόνιμοι, χαρωπά καταδικασμένοι να ψοφάνε ανά τους αιώνας και επ’ άπειρον από πείνα και μιζέρια…[…] Να λιπαίνει τα χωράφια του άγνωστου αγρότη, αυτό είναι το αληθινό μέλλον του αληθινού στρατιώτη! […] Κι αν υπάρχουν κει μέσα τίποτα λέρες που αρνούνται να καταλάβουν τα υψηλά αυτά πράγματα, δεν έχουν παρά να πάνε να θαφτούν αμέσως μαζί με τους άλλους, όχι όμως απολύτως μαζί, αλλά στην άλλη άκρη του νεκροταφείου, υπό το ατιμωτικό επιτύμβιο των άνανδρων άνευ ιδανικών, γιατί θα ‘χουν χάσει οι αχρείοι αυτοί, το υπέροχο δικαίωμα σε μια ακρούλα σκιάς του δημοπρατημένου δημοτικού μνημείου, του ανεγερθέντος προς τιμήν των καθωσπρέπει νεκρών στην κεντρική αλέα, και θα ‘χουν επίσης χάσει το δικαίωμα να περισυλλέξουν κάτι από τον αντίλαλο του υπουργού που θα ‘ρθει πάλι τούτη την Κυριακή να κατουρήσει στου νομάρχη και να σκιρτήσει στεντορείως πάνω από τους τάφους μετά το γεύμα…». (σ. 85-90)
[Τα αποσπάσματα από το βιβλίο: Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2008 – μετάφραση: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου].
Tuesday, November 4, 2008
Ομπάμα
Ο Ομπάμα θα κόψει σήμερα το νήμα.
Όχι απλά γιατί το λένε οι εθνικές δημοσκοπήσεις, όχι απλά γιατί φαίνεται πως πέφτουν τα "απόρθητα κάστρα" των ρεπουμπλικάνων. Αλλά γιατί, όπως το είπε η παλιά καραβάνα του αμερικάνικου πολιτικού συστήματος - ο Κλίντον -, είναι δύσκολο να χάσεις όταν βρίσκεσαι στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Και ο Ομπάμα βρέθηκε στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή.
Όχι πως δεν έκανε προσπάθειες να χύσει την καρδάρα με το γάλα και να κλωτσήσει την ευκαιρία. Η εξασφάλιση της υποψηφιότητας του Δημοκρατικού Κόμματος σήμανε στροφή δεξιά για τους εγκεφάλους πίσω από την εκστρατεία Ομπάμα, από τη θανατική ποινή μέχρι τις εκτρώσεις, τον πόλεμο και τόσα άλλα. Η επιλογή του Μπάιντεν ως αντιπροέδρου για να "καλύψει τις ελλείψεις" του στα διεθνή θέματα (έστω κι αν ήταν ακριβώς αυτές οι "ελλείψεις" που εξασφάλισαν στον Ομπάμα το χρίσμα) θόλωσε το στίγμα της υποψηφιότητας της "αλλαγής" και της μετωπικής σύγκρουσης με το "κατεστημένο" της Ουάσιγκτον. Από την άλλη, η επιλογή της Πέιλιν από τον Μακέιν προς στιγμή ανέτρεψε το σκηνικό: η υποψηφιότητα Ομπάμα επέλεγε να γίνει συμβατική την ίδια στιγμή που ο Μακέην αγκάλιαζε τη ρητορική και την πρακτική της αλλαγής. Η "συμβατική σοφία" που απαιτεί από τον Δημοκρατικό υποψήφιο να στρίψει ριζικά προς τα δεξιά μετά την εξασφάλιση του χρίσματος ήταν σ' αυτές τις εκλογές συνταγή καταστροφής.
Όμως η έκρηξη της οικονομικής κρίσης έσωσε την υποψηφιότητα Ομπάμα. Θύμισε στο εκλογικό σώμα τα τραγικά αποτελέσματα της πολιτικής Μπους όχι μόνο στο Ιράκ και το μέτωπο του πολέμου, αλλά και πίσω στο σπίτι. Ωστόσο, οι πολιτικές συνισταμένες που καθόρισαν το αποτέλεσμα ήταν εκεί πριν από την "τηλεοπτική" έκρηξη της κρίσης. Ένα ορατό κομμάτι συμβατικών Δημοκρατικών κόντραρε ανοιχτά την επιλογή της δεξιάς στροφής του Ομπάμα μετά το χρίσμα, γεγονός πρωτοφανές για αμερικάνικη εκλογική αναμέτρηση και ενδεικτικό των ανέμων που φυσάνε στην αμερικάνικη κοινωνία. Και από την άλλη, η Πέιλιν και ο Μακέην προσπάθησαν να ξεσηκώσουν την "σιωπηλή",
"συντηρητική πλειοψηφία" της Αμερικής ενάντια στην "εξτρεμιστική" υποψηφιότητα Ομπάμα. Αλλά η δεξαμενή αυτή ήταν πλέον συρρικνωμένη και προπάντων κουρασμένη, επηρεασμένη και αυτή από την ήττα του Μπους σε όλα τα επίπεδα. Δεν είναι μόνο ότι η πόλη πήρε κεφάλι από το χωριό. Είναι και στο χωριό που ήρθανε τα πάνω κάτω.
Και τώρα;
Τώρα όλα είναι ανοιχτά.
Και δεν εννοώ με αυτό οποιαδήποτε ελπίδα για την προεδρία Ομπάμα. Δεν πάει να χτυπιέται ο Φαναράς εναντίον του Τσόμσκυ και των "παλιομοδίτικων" απόψεών του, το πολιτικό σύστημα στην Αμερική είναι δομημένο έτσι ώστε να δημιουργεί αδιέξοδο σε οποιονδήποτε θα επιθυμούσε ακόμα και καλοπροαίρετα να βάλει στο παιχνίδι τους από κάτω. Η Ουάσιγκτον είναι παιχνίδι μόνο για πλούσιους. Και οι Δημοκρατικοί έχουν δείξει πως είναι ικανοί να ξεπουλάνε ξετσίπωτα και τις μετριοπαθέστερες υποσχέσεις.
Είναι όμως όλα ανοιχτά για άλλους λόγους. Ο Ομπάμα θα πρέπει να αναμετρηθεί με το χάος που αφήνουν πίσω τους οι νεοσυντηρητικοί. Καταρχήν με το Ιράκ. Μπορεί ο Ομπάμα να κέρδισε τον Μακέην με την οικονομία, αλλά κέρδισε την Κλίντον με το Ιράκ. Και αυτό θα είναι ένα καυτό και δύσκολο πρόβλημα. Το ομαλό σενάριο θα ήθελε τον Ομπάμα να φύγει με κάποιον τρόπο από το Ιράκ (χωρίς φυσικά να εγκαταλείπει την πρόθεση του ελέγχου της χώρας και της Μέσης Ανατολής) και να κατευνάσει τις βλέψεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού κλιμακώνοντας την ένταση με το Ιράν.
Όμως, τα ψωμιά του φιλελεύθερου ιμπεριαλισμού μπορεί να είναι και μετρημένα. Δεν έχει κλείσει τρίμηνο από τότε που η Ρωσία επανεμφανίστηκε στην παγκόσμια σκηνή. Η αντιμετώπιση της Ρωσίας μπορεί και να σημάνει την απαρχή μιας προσέγγισης με το Ιράν και την Κίνα εκ μέρους των ΗΠΑ και την εκπόνηση μιας νέας στρατηγικής για την αμερικάνικη ηγεμονία. Το πώς θα διαμορφωθούν οι συμμαχίες στη νέα περίοδο είναι πράγμα ορθάνοιχτο. Διαφορετικές συμμαχίες στο εξωτερικό θα δίνουν και διαφορετικές δυνατότητες πολιτικής ρητορικής στο εσωτερικό. Όσοι περιμένουν ένα έργο με καθαρή πλοκή (έναν γρήγορο πόλεμο, ή καθόλου πόλεμο!), μπορεί να διαψευστούν.
Και το πράγμα γίνεται ακόμα πιο ανοιχτό με το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης. Ο Ομπάμα δεν έχει καμία διάθεση να ξεφύγει από την πεπατημένη των προηγούμενων κυβερνήσεων. Αλλά, το ερώτημα είναι πως πια δεν υπάρχει αυτή η πεπατημένη. Η σωτηρία του καπιταλιστικού συστήματος και της αγοράς θα απαιτήσει ένα σωστό μίγμα κράτους και ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ο Πόλσον και ο Μπράουν μπορεί να έχουν ίδιες στοχεύσεις, αλλά τα σχέδια τους διαφέρουν σημαντικά στο μέγεθος και την έκταση της κρατικής εμπλοκής. Και το βάθεμα της κρίσης θα πληθύνει τα σενάρια, με ορατό το ενδεχόμενο να τα ριζοσπαστικοποιήσει. Και πάλι οι επιλογές που θα κάνει ο Ομπάμα αφήνουν ανοιχτές τις δυνατότητες πολιτικών συμμαχιών, ρητορικής, προβολής κλπ.
Παίζει ρόλο λοιπόν η πολιτική. Χτες, η Αμερική είχε έναν πρόεδρο που ξεκίνησε βάρβαρους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, και με τους ευρωπαίους ηγέτες να σέρνονται πίσω από τις επιλογές αυτές, να σιωπούν ή στην καλύτερη περίπτωση να ανατρέπονται.
Αύριο, η Αμερική θα έχει έναν πρόεδρο που ψήφισε και διαδήλωσε ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ, ενώ ο Σαρκοζύ, ο Μπερλουσκόνι, ο Μπράουν και η Μέρκελ ψήφισαν ναι στις κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες των χωρών τους.
Ο Γκρίνσπαν δήλωσε πως μετά από 40 χρόνια πίστης στην ελεύθερη αγορά, κατάλαβε πως έκανε λάθος. Οι δηλώσεις μετανοίας δεν ανήκουν πια στους "πρώην" της Αριστεράς. Και η νίκη του Ομπάμα θα προκαλέσει κι άλλες, ακόμα περισσότερες τέτοιες δηλώσεις.
Οι άνεμοι φυσάνε πια αλλιώς.
Όχι απλά γιατί το λένε οι εθνικές δημοσκοπήσεις, όχι απλά γιατί φαίνεται πως πέφτουν τα "απόρθητα κάστρα" των ρεπουμπλικάνων. Αλλά γιατί, όπως το είπε η παλιά καραβάνα του αμερικάνικου πολιτικού συστήματος - ο Κλίντον -, είναι δύσκολο να χάσεις όταν βρίσκεσαι στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Και ο Ομπάμα βρέθηκε στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή.
Όχι πως δεν έκανε προσπάθειες να χύσει την καρδάρα με το γάλα και να κλωτσήσει την ευκαιρία. Η εξασφάλιση της υποψηφιότητας του Δημοκρατικού Κόμματος σήμανε στροφή δεξιά για τους εγκεφάλους πίσω από την εκστρατεία Ομπάμα, από τη θανατική ποινή μέχρι τις εκτρώσεις, τον πόλεμο και τόσα άλλα. Η επιλογή του Μπάιντεν ως αντιπροέδρου για να "καλύψει τις ελλείψεις" του στα διεθνή θέματα (έστω κι αν ήταν ακριβώς αυτές οι "ελλείψεις" που εξασφάλισαν στον Ομπάμα το χρίσμα) θόλωσε το στίγμα της υποψηφιότητας της "αλλαγής" και της μετωπικής σύγκρουσης με το "κατεστημένο" της Ουάσιγκτον. Από την άλλη, η επιλογή της Πέιλιν από τον Μακέιν προς στιγμή ανέτρεψε το σκηνικό: η υποψηφιότητα Ομπάμα επέλεγε να γίνει συμβατική την ίδια στιγμή που ο Μακέην αγκάλιαζε τη ρητορική και την πρακτική της αλλαγής. Η "συμβατική σοφία" που απαιτεί από τον Δημοκρατικό υποψήφιο να στρίψει ριζικά προς τα δεξιά μετά την εξασφάλιση του χρίσματος ήταν σ' αυτές τις εκλογές συνταγή καταστροφής.
Όμως η έκρηξη της οικονομικής κρίσης έσωσε την υποψηφιότητα Ομπάμα. Θύμισε στο εκλογικό σώμα τα τραγικά αποτελέσματα της πολιτικής Μπους όχι μόνο στο Ιράκ και το μέτωπο του πολέμου, αλλά και πίσω στο σπίτι. Ωστόσο, οι πολιτικές συνισταμένες που καθόρισαν το αποτέλεσμα ήταν εκεί πριν από την "τηλεοπτική" έκρηξη της κρίσης. Ένα ορατό κομμάτι συμβατικών Δημοκρατικών κόντραρε ανοιχτά την επιλογή της δεξιάς στροφής του Ομπάμα μετά το χρίσμα, γεγονός πρωτοφανές για αμερικάνικη εκλογική αναμέτρηση και ενδεικτικό των ανέμων που φυσάνε στην αμερικάνικη κοινωνία. Και από την άλλη, η Πέιλιν και ο Μακέην προσπάθησαν να ξεσηκώσουν την "σιωπηλή",
"συντηρητική πλειοψηφία" της Αμερικής ενάντια στην "εξτρεμιστική" υποψηφιότητα Ομπάμα. Αλλά η δεξαμενή αυτή ήταν πλέον συρρικνωμένη και προπάντων κουρασμένη, επηρεασμένη και αυτή από την ήττα του Μπους σε όλα τα επίπεδα. Δεν είναι μόνο ότι η πόλη πήρε κεφάλι από το χωριό. Είναι και στο χωριό που ήρθανε τα πάνω κάτω.
Και τώρα;
Τώρα όλα είναι ανοιχτά.
Και δεν εννοώ με αυτό οποιαδήποτε ελπίδα για την προεδρία Ομπάμα. Δεν πάει να χτυπιέται ο Φαναράς εναντίον του Τσόμσκυ και των "παλιομοδίτικων" απόψεών του, το πολιτικό σύστημα στην Αμερική είναι δομημένο έτσι ώστε να δημιουργεί αδιέξοδο σε οποιονδήποτε θα επιθυμούσε ακόμα και καλοπροαίρετα να βάλει στο παιχνίδι τους από κάτω. Η Ουάσιγκτον είναι παιχνίδι μόνο για πλούσιους. Και οι Δημοκρατικοί έχουν δείξει πως είναι ικανοί να ξεπουλάνε ξετσίπωτα και τις μετριοπαθέστερες υποσχέσεις.
Είναι όμως όλα ανοιχτά για άλλους λόγους. Ο Ομπάμα θα πρέπει να αναμετρηθεί με το χάος που αφήνουν πίσω τους οι νεοσυντηρητικοί. Καταρχήν με το Ιράκ. Μπορεί ο Ομπάμα να κέρδισε τον Μακέην με την οικονομία, αλλά κέρδισε την Κλίντον με το Ιράκ. Και αυτό θα είναι ένα καυτό και δύσκολο πρόβλημα. Το ομαλό σενάριο θα ήθελε τον Ομπάμα να φύγει με κάποιον τρόπο από το Ιράκ (χωρίς φυσικά να εγκαταλείπει την πρόθεση του ελέγχου της χώρας και της Μέσης Ανατολής) και να κατευνάσει τις βλέψεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού κλιμακώνοντας την ένταση με το Ιράν.
Όμως, τα ψωμιά του φιλελεύθερου ιμπεριαλισμού μπορεί να είναι και μετρημένα. Δεν έχει κλείσει τρίμηνο από τότε που η Ρωσία επανεμφανίστηκε στην παγκόσμια σκηνή. Η αντιμετώπιση της Ρωσίας μπορεί και να σημάνει την απαρχή μιας προσέγγισης με το Ιράν και την Κίνα εκ μέρους των ΗΠΑ και την εκπόνηση μιας νέας στρατηγικής για την αμερικάνικη ηγεμονία. Το πώς θα διαμορφωθούν οι συμμαχίες στη νέα περίοδο είναι πράγμα ορθάνοιχτο. Διαφορετικές συμμαχίες στο εξωτερικό θα δίνουν και διαφορετικές δυνατότητες πολιτικής ρητορικής στο εσωτερικό. Όσοι περιμένουν ένα έργο με καθαρή πλοκή (έναν γρήγορο πόλεμο, ή καθόλου πόλεμο!), μπορεί να διαψευστούν.
Και το πράγμα γίνεται ακόμα πιο ανοιχτό με το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης. Ο Ομπάμα δεν έχει καμία διάθεση να ξεφύγει από την πεπατημένη των προηγούμενων κυβερνήσεων. Αλλά, το ερώτημα είναι πως πια δεν υπάρχει αυτή η πεπατημένη. Η σωτηρία του καπιταλιστικού συστήματος και της αγοράς θα απαιτήσει ένα σωστό μίγμα κράτους και ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ο Πόλσον και ο Μπράουν μπορεί να έχουν ίδιες στοχεύσεις, αλλά τα σχέδια τους διαφέρουν σημαντικά στο μέγεθος και την έκταση της κρατικής εμπλοκής. Και το βάθεμα της κρίσης θα πληθύνει τα σενάρια, με ορατό το ενδεχόμενο να τα ριζοσπαστικοποιήσει. Και πάλι οι επιλογές που θα κάνει ο Ομπάμα αφήνουν ανοιχτές τις δυνατότητες πολιτικών συμμαχιών, ρητορικής, προβολής κλπ.
Παίζει ρόλο λοιπόν η πολιτική. Χτες, η Αμερική είχε έναν πρόεδρο που ξεκίνησε βάρβαρους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, και με τους ευρωπαίους ηγέτες να σέρνονται πίσω από τις επιλογές αυτές, να σιωπούν ή στην καλύτερη περίπτωση να ανατρέπονται.
Αύριο, η Αμερική θα έχει έναν πρόεδρο που ψήφισε και διαδήλωσε ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ, ενώ ο Σαρκοζύ, ο Μπερλουσκόνι, ο Μπράουν και η Μέρκελ ψήφισαν ναι στις κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες των χωρών τους.
Ο Γκρίνσπαν δήλωσε πως μετά από 40 χρόνια πίστης στην ελεύθερη αγορά, κατάλαβε πως έκανε λάθος. Οι δηλώσεις μετανοίας δεν ανήκουν πια στους "πρώην" της Αριστεράς. Και η νίκη του Ομπάμα θα προκαλέσει κι άλλες, ακόμα περισσότερες τέτοιες δηλώσεις.
Οι άνεμοι φυσάνε πια αλλιώς.
Tuesday, October 14, 2008
Κρίση
Ένα από τα πιο απίθανα πόστα μου στον Ελληνικό Στρατό ήταν όταν μου είχε ανατεθεί στο νησί να κάνω αποδελτίωση και επισκόπηση του τουρκικού τύπου λόγω τουρκομάθειας. Χωρίς να πω περισσότερα για το συγκεκριμένο πόστο που έδωσε αφορμή για σπαρταριστά επεισόδια, θυμάμαι πάντα την αντίδραση των στελεχών που διάβαζαν κάποια είδηση για «σύλληψη λαθρομεταναστών» από την τουρκική συνοριοφυλακή: απλώς δεν το πίστευαν.
Ο λόγος γι’ αυτό ήταν πως η επίσημη γραμμή της Ελλάδας για το κύμα των μεταναστών που περνάει τα σύνορα είναι ότι υπεύθυνη είναι η Τουρκία. Οι τουρκικές κρατικές αρχές, λέει το story, βρίσκουν τους πρόσφυγες και τους στέλνουν με το έτσι θέλω στις ελληνικές ακτές. Ούτε φτώχεια, ούτε πόλεμοι, ούτε η επιθυμία για μια καλύτερη ζωή. Υπεύθυνοι είναι οι Τούρκοι.
Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι η ανάλυση καθεαυτή. Για να συντηρήσεις την ύπαρξη ενός παρανοϊκού θεσμού όπως είναι ο στρατός, χρειάζεσαι παρανοϊκά ιδεολογήματα, και το συγκεκριμένο δεν είναι και το πιο ακραίο. Το πρόβλημα είναι πως οι φορείς του συγκεκριμένου θεσμού έφταναν να πιστεύουν οι ίδιοι το ψέμα που ο θεσμός τους είχε εκτοξεύσει για να επικρατήσει στο ιδεολογικό πεδίο, χωρίς βέβαια ποτέ να πιστεύει πως οι υπάλληλοι του θα ήταν τόσο ανόητοι ώστε να χάψουν το παραμύθι και να εμποδιστούν από το να κάνουν τη δουλειά τους.
Το παραπάνω περιστατικό μου ήρθε στο νου διαβάζοντας στις εφημερίδες τις διάφορες απόψεις που παίζουν για τη διεθνή οικονομική κρίση. Και δεν μιλάω μόνο για τους διάφορους Ρεπουμπλικάνους στην Αμερική που θεωρούν πως αυτή τη στιγμή εγκαθιδρύεται στις ΗΠΑ «κομμουνιστική δικτατορία» λόγω της παρέμβασης του κράτους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μιλάω και για πιο σοβαρές γραφίδες, που ανακαλύπτουν ξαφνικά ότι ο καπιταλισμός αυτοκαταργείται ή ότι ζούμε τις τελευταίες μέρες του νεοφιλελευθερισμού και της ελεύθερης αγοράς κλπ κλπ. Υπάρχει μια σοβαρή παρανόηση εδώ, που αν δεν ξεκαθαριστεί, κινδυνεύουμε να μοιάσουμε στους αφελείς καραβανάδες του 2ου Γραφείου κάποιου ελληνικού στρατοπέδου…
Ο νεοφιλελευθερισμός πριν και πάνω από όλα ήταν μια τριακονταετής επιδρομή στους από κάτω αυτού του κόσμου, μια αναδιανομή του παγκόσμιου πλούτου από κάτω προς τα πάνω. Για να αυξηθεί ο πλούτος των από πάνω, χρειάστηκε αφενός να «απελευθερωθούν» οι από κάτω από όλα τα εμπόδια που δυσχέραιναν την πληρέστερη ένταξή τους στο σύστημα απόσπασης κέρδους (όπου «εμπόδια» ονομάστηκαν όλες οι εργατικές κατακτήσεις, οι περιορισμοί των απολύσεων και του διευθυντικού δικαιώματος, τα σωματεία και οι συλλογικές ταυτίσεις, κλπ κλπ). Αφετέρου, χρειάστηκε σφαίρες του πραγματικού που δεν προσφέρονταν για εκμετάλλευση το προηγούμενο διάστημα να «ανοίξουν» και να διατεθούν στην αγορά (από τις δημόσιες υπηρεσίες, τα δάση, το νερό, το περιβάλλον μέχρι την ανδρική ταυτότητα που «άνοιξε» για να σηκώνει καλλυντικά και κρέμες νυκτός ή το πολεμικό κλέος που ιδιωτικοποιήθηκε ένδοξα στο Ιράκ και το Αφγανιστάν).
Σε όλη αυτή την πορεία των 30 χρόνων, χύθηκαν τόνοι μελάνι και στέγνωσαν χιλιάδες στόματα για να εμπεδώσουμε πως αυτή είναι η φυσιολογική πορεία μιας κοινωνίας που επιλέγει την ελευθερία και την αυτοπραγμάτωση των ανθρώπων που την απαρτίζουν, αντίθετα με το αποστεωμένο κρατικίστικο πρότυπο των σταλινικών καθεστώτων που υπόσχεται σοσιαλισμό, αλλά τελικά αποδίδει μονάχα αδειανά, μονότονα ράφια.
Ήταν τόσο καταιγιστική αυτή η προπαγάνδα που ακόμα και οι κριτικοί της έπρεπε να υποταχτούν στους όρους που αυτή έθετε. Βοηθούσε σ’ αυτό βέβαια πως και οι δύο ορθόδοξες εκδοχές Αριστεράς που γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα, ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία, μοιραζόντουσαν την αντίληψη πως ο σοσιαλισμός λίγο πολύ ισούται με την κρατική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Κι επειδή στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού αναπτύχθηκε η λατρεία του ιδιωτικού και δαιμονοποιήθηκε ο,τιδήποτε κρατικό, η αντινεοφιλελεύθερη κριτική έδινε πολύ χώρο για να αποκαταστήσει του λόγου το αληθές. Το «ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις», το «ενάντια στις περικοπές στον προϋπολογισμό» ήταν η συνθηματολογική απάντηση στην ένταση της εκμετάλλευσης και την είσοδό της στην – πρότινος – δημόσια σφαίρα ή στις περικοπές των κοινωνικών δαπανών για υγεία, παιδεία κλπ κλπ.
Όμως, μια προσεκτικότερη ματιά ήταν αρκετή, για να διακρίνει κανείς την αλήθεια πίσω από το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα. Στην πραγματικότητα, το κράτος δεν είχε πάψει ποτέ να παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο στην οργάνωση της καπιταλιστικής οικονομίας. Όχι μόνο στο επίπεδο της αστυνόμευσης και των κατασταλτικών μηχανισμών, ως «σώματα ενόπλων ανδρών» που εξασφαλίζουν την συνεχιζόμενη κυριαρχία της άρχουσας τάξης (ένα επίπεδο που και η ίδια η νεοφιλελεύθερη θεωρία φτάνει να αποδέχεται, εκτός γελοίων περιπτώσεων). Αλλά και στη σφαίρα της οικονομίας την ίδια. Το πετρέλαιο ήταν σίγουρα κεντρικό στους πρόσφατους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Αλλά ήταν η αδυναμία της αμερικάνικης οικονομίας απέναντι στους ανταγωνιστές της και η αποκατάσταση της αμερικάνικης ηγεμονίας που ήταν η πραγματική αιτία των στρατιωτικών επεμβάσεων.
Όταν η ηγέτιδα των ιδιοκτητριών τάξεων ολόκληρου του κόσμου βάζει μπροστά το κράτος της για να ξεκαθαρίσει τους όρους του οικονομικού ανταγωνισμού, καταλαβαίνει κανείς τα όρια της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας. Η αλήθεια είναι πως μόνο με τέτοιου μεγέθους κρατικές παρεμβάσεις, μπορούσαν τα παπαγαλάκια να συνεχίσουν να μιλάνε για «λιγότερο κράτος» και «ιδιωτική πρωτοβουλία». Οι Ανδριανόπουλοι αυτού του κόσμου χρειάζονταν τις φτερούγες του Μπους και της αμερικάνικης πολεμικής μηχανής για να συνεχίζουν ανενόχλητοι το κήρυγμά τους…
Έτσι, στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, διάφορα «μικρά», ενοχλητικά γεγονότα δεν μπορούσαν να ερμηνευτούν. Γι’ αυτό και ήταν πάντοτε ανοιχτό το ερώτημα αν αυτά ήταν συνέπεια του συστήματος ή κάποιας «καθυστέρησης», κάποιου ιστορικού ατυχήματος που η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων αναμφίβολα θα τα έλυνε. Ο πόλεμος στο Ιράκ οφειλόταν στην παρανοϊκή συμμορία των νεοσυντηρητικών που κατέλαβαν τον Λευκό Οίκο. Η απαγόρευση εισόδου των διαδηλωτών της Γένοβας στα ιταλικά σύνορα ήταν μια «υπερβολή» της ακροδεξιάς κυβέρνησης Μπερλουσκόνι. Η διάλυση του ταμείου των τραπεζοϋπαλλήλων από την κυβέρνηση Αλογοσκούφη το 2005 (δηλαδή η κρατικοποίηση ενός ιδιωτικού ταμείου συμφωνημένου από δύο συμβαλλόμενα μέρη – εργοδότες και εργαζόμενους – και η δήμευση του περιεχομένου του!) ήταν ένδειξη της ανικανότητας της κυβέρνησης της «Δεξ(ι)άς».
Και τότε ήρθε η κρίση.
Και η πρόσφατη οικονομική κρίση ήταν μια αστραπή που μας βοήθησε να δούμε καθαρά μέσα στη νεοφιλελεύθερη νύχτα, μέσα στο μεθοδευμένο σκοτάδι που τόσα χρόνια έχτιζαν οι ιδεολόγοι του συστήματος.
Και αυτό που είδαμε ήταν πως όταν οι καπιταλιστές και οι τραπεζίτες τα χρειαστούν, γιατί η απληστία και η αναρχία του συστήματός τους το έχει φέρει στο χείλος του γκρεμού, το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να σφυρίξουν και οι κυβερνήσεις (πως τις έλεγε εκείνη η παλιομοδίτισσα η Ρόζα; «πολιτικές επιτροπές για την διαχείριση του συστήματος» ή κάπως έτσι;) θα τρέξουν να προσφέρουν τρισεκατομμύρια δολάρια για να τους διασώσουν.
Δεν είναι ανάγκη να θριαμβολογήσουμε όσοι λέγαμε πως π.χ. νεοσυντηρητισμός και νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν η νέα διαχωριστική γραμμή των πολιτικών πραγμάτων στην οποία ντε και καλά θα έπρεπε να στοιχηθούμε, πως οι πολεμικές επεμβάσεις δεν ήταν συνέπεια κάποιου είδους νεοαποικιοκρατίας αλλά του ιμπεριαλισμού, πως οι χυδαιότερες συντηρητικές επιθέσεις στις ελευθερίες και τα δικαιώματα δεν έρχονταν από κάποιο καθυστερημένο (κρατικό ή θρησκευτικό) παρελθόν, αλλά από την τελευταία λέξη του μέλλοντος.
Αυτό που πρέπει να κάνουμε τώρα είναι να αξιοποιήσουμε την ευκαιρία που μας δίνει το ξεγύμνωμα της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων για να κερδίσουμε πολιτικά, ιδεολογικά, στρατηγικά. Και για να το κάνουμε αυτό, θα πρέπει να αλλάξουμε τους άξονες της συζήτησης των τελευταίων τριάντα χρόνων. Άραγε, τι σημαίνει πια το κάλεσμα για «περισσότερο κράτος», για «πολιτική διαχείριση της παγκοσμιοποίησης», για «άλλη σχέση του δημόσιου με το ιδιωτικό», όταν την πολιτική διαχείριση της παγκοσμιοποίησης έχει ήδη αναλάβει η Μέρκελ και ο Σαρκοζύ;
Το ζήτημα δεν είναι (δεν ήταν ποτέ) κράτος ή όχι, δημόσιο ή ιδιωτικό, κλπ κλπ. Είμαστε με το ιδιωτικό ταμείο των τραπεζοϋπαλλήλων ενάντια στην κρατικοποίησή του από την κυβέρνηση, όπως είμαστε με την κρατική Ολυμπιακή γιατί έτσι μπορούν να προστατευτούν καλύτερα τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων της και η ασφάλεια στις αερομεταφορές.
Γι’ αυτό είναι ώρα για ένα πρόγραμμα που δεν θα γυρεύει να είναι «ρεαλιστικό» τώρα που στρίβει το εκκρεμές της οικονομίας προς το κράτος. Αλλά για ένα πρόγραμμα «ανεφάρμοστο»: κρατικοποίηση εργοστασίων χωρίς καμία αποζημίωση, απαγόρευση των απολύσεων για όσο κρατάει η κρίση, διατίμηση στα τρόφιμα και το πετρέλαιο, χάρισμα των χρεών από δάνεια και κάρτες, μετατροπή των κρατικοποιημένων τραπεζών σε μηχανισμούς ελέγχου ενός πλάνου μαζικών, δημόσιων επενδύσεων. Γιατί άραγε δεν είναι «ρεαλιστικά» όλα αυτά;
Οι μόνοι που απομείνανε να γκρινιάζουν για την κρατική παρέμβαση στην κρίση είναι κάποια πιστά σκυλάκια του νεοφιλελευθερισμού που φάγανε το παραμύθι τόσο βαθιά, ώστε να υπερασπίζονται ακόμα την ορθοδοξία του «μικρότερου κράτους» και της «μη παρέμβασης». Ας αφήσουμε μόνους τους αυτούς τους θλιβερούς καραβανάδες του νεοφιλελευθερισμού.
Ο λόγος γι’ αυτό ήταν πως η επίσημη γραμμή της Ελλάδας για το κύμα των μεταναστών που περνάει τα σύνορα είναι ότι υπεύθυνη είναι η Τουρκία. Οι τουρκικές κρατικές αρχές, λέει το story, βρίσκουν τους πρόσφυγες και τους στέλνουν με το έτσι θέλω στις ελληνικές ακτές. Ούτε φτώχεια, ούτε πόλεμοι, ούτε η επιθυμία για μια καλύτερη ζωή. Υπεύθυνοι είναι οι Τούρκοι.
Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι η ανάλυση καθεαυτή. Για να συντηρήσεις την ύπαρξη ενός παρανοϊκού θεσμού όπως είναι ο στρατός, χρειάζεσαι παρανοϊκά ιδεολογήματα, και το συγκεκριμένο δεν είναι και το πιο ακραίο. Το πρόβλημα είναι πως οι φορείς του συγκεκριμένου θεσμού έφταναν να πιστεύουν οι ίδιοι το ψέμα που ο θεσμός τους είχε εκτοξεύσει για να επικρατήσει στο ιδεολογικό πεδίο, χωρίς βέβαια ποτέ να πιστεύει πως οι υπάλληλοι του θα ήταν τόσο ανόητοι ώστε να χάψουν το παραμύθι και να εμποδιστούν από το να κάνουν τη δουλειά τους.
Το παραπάνω περιστατικό μου ήρθε στο νου διαβάζοντας στις εφημερίδες τις διάφορες απόψεις που παίζουν για τη διεθνή οικονομική κρίση. Και δεν μιλάω μόνο για τους διάφορους Ρεπουμπλικάνους στην Αμερική που θεωρούν πως αυτή τη στιγμή εγκαθιδρύεται στις ΗΠΑ «κομμουνιστική δικτατορία» λόγω της παρέμβασης του κράτους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μιλάω και για πιο σοβαρές γραφίδες, που ανακαλύπτουν ξαφνικά ότι ο καπιταλισμός αυτοκαταργείται ή ότι ζούμε τις τελευταίες μέρες του νεοφιλελευθερισμού και της ελεύθερης αγοράς κλπ κλπ. Υπάρχει μια σοβαρή παρανόηση εδώ, που αν δεν ξεκαθαριστεί, κινδυνεύουμε να μοιάσουμε στους αφελείς καραβανάδες του 2ου Γραφείου κάποιου ελληνικού στρατοπέδου…
Ο νεοφιλελευθερισμός πριν και πάνω από όλα ήταν μια τριακονταετής επιδρομή στους από κάτω αυτού του κόσμου, μια αναδιανομή του παγκόσμιου πλούτου από κάτω προς τα πάνω. Για να αυξηθεί ο πλούτος των από πάνω, χρειάστηκε αφενός να «απελευθερωθούν» οι από κάτω από όλα τα εμπόδια που δυσχέραιναν την πληρέστερη ένταξή τους στο σύστημα απόσπασης κέρδους (όπου «εμπόδια» ονομάστηκαν όλες οι εργατικές κατακτήσεις, οι περιορισμοί των απολύσεων και του διευθυντικού δικαιώματος, τα σωματεία και οι συλλογικές ταυτίσεις, κλπ κλπ). Αφετέρου, χρειάστηκε σφαίρες του πραγματικού που δεν προσφέρονταν για εκμετάλλευση το προηγούμενο διάστημα να «ανοίξουν» και να διατεθούν στην αγορά (από τις δημόσιες υπηρεσίες, τα δάση, το νερό, το περιβάλλον μέχρι την ανδρική ταυτότητα που «άνοιξε» για να σηκώνει καλλυντικά και κρέμες νυκτός ή το πολεμικό κλέος που ιδιωτικοποιήθηκε ένδοξα στο Ιράκ και το Αφγανιστάν).
Σε όλη αυτή την πορεία των 30 χρόνων, χύθηκαν τόνοι μελάνι και στέγνωσαν χιλιάδες στόματα για να εμπεδώσουμε πως αυτή είναι η φυσιολογική πορεία μιας κοινωνίας που επιλέγει την ελευθερία και την αυτοπραγμάτωση των ανθρώπων που την απαρτίζουν, αντίθετα με το αποστεωμένο κρατικίστικο πρότυπο των σταλινικών καθεστώτων που υπόσχεται σοσιαλισμό, αλλά τελικά αποδίδει μονάχα αδειανά, μονότονα ράφια.
Ήταν τόσο καταιγιστική αυτή η προπαγάνδα που ακόμα και οι κριτικοί της έπρεπε να υποταχτούν στους όρους που αυτή έθετε. Βοηθούσε σ’ αυτό βέβαια πως και οι δύο ορθόδοξες εκδοχές Αριστεράς που γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα, ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία, μοιραζόντουσαν την αντίληψη πως ο σοσιαλισμός λίγο πολύ ισούται με την κρατική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Κι επειδή στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού αναπτύχθηκε η λατρεία του ιδιωτικού και δαιμονοποιήθηκε ο,τιδήποτε κρατικό, η αντινεοφιλελεύθερη κριτική έδινε πολύ χώρο για να αποκαταστήσει του λόγου το αληθές. Το «ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις», το «ενάντια στις περικοπές στον προϋπολογισμό» ήταν η συνθηματολογική απάντηση στην ένταση της εκμετάλλευσης και την είσοδό της στην – πρότινος – δημόσια σφαίρα ή στις περικοπές των κοινωνικών δαπανών για υγεία, παιδεία κλπ κλπ.
Όμως, μια προσεκτικότερη ματιά ήταν αρκετή, για να διακρίνει κανείς την αλήθεια πίσω από το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα. Στην πραγματικότητα, το κράτος δεν είχε πάψει ποτέ να παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο στην οργάνωση της καπιταλιστικής οικονομίας. Όχι μόνο στο επίπεδο της αστυνόμευσης και των κατασταλτικών μηχανισμών, ως «σώματα ενόπλων ανδρών» που εξασφαλίζουν την συνεχιζόμενη κυριαρχία της άρχουσας τάξης (ένα επίπεδο που και η ίδια η νεοφιλελεύθερη θεωρία φτάνει να αποδέχεται, εκτός γελοίων περιπτώσεων). Αλλά και στη σφαίρα της οικονομίας την ίδια. Το πετρέλαιο ήταν σίγουρα κεντρικό στους πρόσφατους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Αλλά ήταν η αδυναμία της αμερικάνικης οικονομίας απέναντι στους ανταγωνιστές της και η αποκατάσταση της αμερικάνικης ηγεμονίας που ήταν η πραγματική αιτία των στρατιωτικών επεμβάσεων.
Όταν η ηγέτιδα των ιδιοκτητριών τάξεων ολόκληρου του κόσμου βάζει μπροστά το κράτος της για να ξεκαθαρίσει τους όρους του οικονομικού ανταγωνισμού, καταλαβαίνει κανείς τα όρια της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας. Η αλήθεια είναι πως μόνο με τέτοιου μεγέθους κρατικές παρεμβάσεις, μπορούσαν τα παπαγαλάκια να συνεχίσουν να μιλάνε για «λιγότερο κράτος» και «ιδιωτική πρωτοβουλία». Οι Ανδριανόπουλοι αυτού του κόσμου χρειάζονταν τις φτερούγες του Μπους και της αμερικάνικης πολεμικής μηχανής για να συνεχίζουν ανενόχλητοι το κήρυγμά τους…
Έτσι, στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, διάφορα «μικρά», ενοχλητικά γεγονότα δεν μπορούσαν να ερμηνευτούν. Γι’ αυτό και ήταν πάντοτε ανοιχτό το ερώτημα αν αυτά ήταν συνέπεια του συστήματος ή κάποιας «καθυστέρησης», κάποιου ιστορικού ατυχήματος που η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων αναμφίβολα θα τα έλυνε. Ο πόλεμος στο Ιράκ οφειλόταν στην παρανοϊκή συμμορία των νεοσυντηρητικών που κατέλαβαν τον Λευκό Οίκο. Η απαγόρευση εισόδου των διαδηλωτών της Γένοβας στα ιταλικά σύνορα ήταν μια «υπερβολή» της ακροδεξιάς κυβέρνησης Μπερλουσκόνι. Η διάλυση του ταμείου των τραπεζοϋπαλλήλων από την κυβέρνηση Αλογοσκούφη το 2005 (δηλαδή η κρατικοποίηση ενός ιδιωτικού ταμείου συμφωνημένου από δύο συμβαλλόμενα μέρη – εργοδότες και εργαζόμενους – και η δήμευση του περιεχομένου του!) ήταν ένδειξη της ανικανότητας της κυβέρνησης της «Δεξ(ι)άς».
Και τότε ήρθε η κρίση.
Και η πρόσφατη οικονομική κρίση ήταν μια αστραπή που μας βοήθησε να δούμε καθαρά μέσα στη νεοφιλελεύθερη νύχτα, μέσα στο μεθοδευμένο σκοτάδι που τόσα χρόνια έχτιζαν οι ιδεολόγοι του συστήματος.
Και αυτό που είδαμε ήταν πως όταν οι καπιταλιστές και οι τραπεζίτες τα χρειαστούν, γιατί η απληστία και η αναρχία του συστήματός τους το έχει φέρει στο χείλος του γκρεμού, το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να σφυρίξουν και οι κυβερνήσεις (πως τις έλεγε εκείνη η παλιομοδίτισσα η Ρόζα; «πολιτικές επιτροπές για την διαχείριση του συστήματος» ή κάπως έτσι;) θα τρέξουν να προσφέρουν τρισεκατομμύρια δολάρια για να τους διασώσουν.
Δεν είναι ανάγκη να θριαμβολογήσουμε όσοι λέγαμε πως π.χ. νεοσυντηρητισμός και νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν η νέα διαχωριστική γραμμή των πολιτικών πραγμάτων στην οποία ντε και καλά θα έπρεπε να στοιχηθούμε, πως οι πολεμικές επεμβάσεις δεν ήταν συνέπεια κάποιου είδους νεοαποικιοκρατίας αλλά του ιμπεριαλισμού, πως οι χυδαιότερες συντηρητικές επιθέσεις στις ελευθερίες και τα δικαιώματα δεν έρχονταν από κάποιο καθυστερημένο (κρατικό ή θρησκευτικό) παρελθόν, αλλά από την τελευταία λέξη του μέλλοντος.
Αυτό που πρέπει να κάνουμε τώρα είναι να αξιοποιήσουμε την ευκαιρία που μας δίνει το ξεγύμνωμα της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων για να κερδίσουμε πολιτικά, ιδεολογικά, στρατηγικά. Και για να το κάνουμε αυτό, θα πρέπει να αλλάξουμε τους άξονες της συζήτησης των τελευταίων τριάντα χρόνων. Άραγε, τι σημαίνει πια το κάλεσμα για «περισσότερο κράτος», για «πολιτική διαχείριση της παγκοσμιοποίησης», για «άλλη σχέση του δημόσιου με το ιδιωτικό», όταν την πολιτική διαχείριση της παγκοσμιοποίησης έχει ήδη αναλάβει η Μέρκελ και ο Σαρκοζύ;
Το ζήτημα δεν είναι (δεν ήταν ποτέ) κράτος ή όχι, δημόσιο ή ιδιωτικό, κλπ κλπ. Είμαστε με το ιδιωτικό ταμείο των τραπεζοϋπαλλήλων ενάντια στην κρατικοποίησή του από την κυβέρνηση, όπως είμαστε με την κρατική Ολυμπιακή γιατί έτσι μπορούν να προστατευτούν καλύτερα τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων της και η ασφάλεια στις αερομεταφορές.
Γι’ αυτό είναι ώρα για ένα πρόγραμμα που δεν θα γυρεύει να είναι «ρεαλιστικό» τώρα που στρίβει το εκκρεμές της οικονομίας προς το κράτος. Αλλά για ένα πρόγραμμα «ανεφάρμοστο»: κρατικοποίηση εργοστασίων χωρίς καμία αποζημίωση, απαγόρευση των απολύσεων για όσο κρατάει η κρίση, διατίμηση στα τρόφιμα και το πετρέλαιο, χάρισμα των χρεών από δάνεια και κάρτες, μετατροπή των κρατικοποιημένων τραπεζών σε μηχανισμούς ελέγχου ενός πλάνου μαζικών, δημόσιων επενδύσεων. Γιατί άραγε δεν είναι «ρεαλιστικά» όλα αυτά;
Οι μόνοι που απομείνανε να γκρινιάζουν για την κρατική παρέμβαση στην κρίση είναι κάποια πιστά σκυλάκια του νεοφιλελευθερισμού που φάγανε το παραμύθι τόσο βαθιά, ώστε να υπερασπίζονται ακόμα την ορθοδοξία του «μικρότερου κράτους» και της «μη παρέμβασης». Ας αφήσουμε μόνους τους αυτούς τους θλιβερούς καραβανάδες του νεοφιλελευθερισμού.
Subscribe to:
Comments (Atom)
