Το στρατόπεδο βγαίνει σιγά σιγά από τον αστερισμό του EURO. Οι ευχές μου να πάει καλά η Ελλάδα δεν εισακούστηκαν. Μην φανταστεί κανείς καμία ξαφνική μου μεταστροφή υπέρ της "Εθνικής μας". Απλά, όσο η Εθνική έπαιζε στην τηλεόραση, η ζωή κάποιων ενοχλητικών καραβανάδων είχε αποκτήσει νόημα άλλο από το να μας μαυρίζουν τη ζωή. Περισσότερη Εθνική σήμαινε λοιπόν περισσότερη ησυχία. Τζίφος όμως, το σχέδιό μου βυθίστηκε μαζί με το πειρατικό του Ρεχάγκελ...
Όμως το EURO εξακολουθούσε να παίζει στις οθόνες του στρατοπέδου. Και πώς όχι; Η ποδοσφαιρική βιομηχανία του EURO και των λοιπών διεθνών διοργανώσεων δεν προσφέρει απλώς ένα καλό θέαμα. Προσφέρει ίσως το πιο πετυχημένο πάντρεμα των τάσεων του σύγχρονου καπιταλισμού: από την μια πλευρά η διεθνοποίηση, η βιομηχανία των σπορ, το άφθονο χρήμα, τα γήπεδα-σαλόνια με τους παίκτες των εκατομμυρίων ευρώ. Και από την άλλη η εθνική πίστη, η εκμετάλλευση των βαθιά ριζωμένων εθνικών ταυτοτήτων εκατομμυρίων ανθρώπων, ολόκληρων λαών. Παγκοσμιοποίηση και εθνικισμός στην ίδια αλάνα, με αποτέλεσμα αμύθητα κέρδη από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, τους τόνους μπύρας, πίτσας και σκουπιδοφαγητού, κοινώς από το χαρμάνιασμα στρατιών ολόκληρων από ποδοσφαιρόφιλους καταναλωτές. Τα αφεντικά της ποδοσφαιρικής βιομηχανίας, θα πρέπει να κάνουν μια κουβέντα με τους πολιτικούς ηγέτες της Ευρώπης για να τους "σφυρίξουν" το μυστικό της επιτυχίας. Γιατί αλλιώς, ο Θαπατέρο και η Μέρκελ κινδυνεύουν να περάσουν πολλά ακόμα βαρετά κυριακάτικα απογεύματα στις εξέδρες των γηπέδων, γυρεύοντας λίγη από τη χρυσόσκονη αυτής της επιτυχίας.
Αλλά, δεν θέλω να είμαι μονόπλευρος. Η εξήγηση της επιτυχίας του μαζικού ποδοσφαιρικού θεάματος δεν μπορεί να είναι μόνο αποτελεσμα μιας πετυχημένης συνταγής των πολυεθνικών που χαρμανιάζουν τα ανύποπτα θύματά τους. Σε κάθε πετυχημένη προσφορά αντιστοιχεί και η ανάλογη ζήτηση. Ίσως το διαφημιστικό της ΝΕΤ για το EURO συνόψιζε με τον καλύτερο τρόπο τί ψάχνουν σ' αυτές τις διοργανώσεις οι τηλεθεατές τους: παίκτες που αγκαλιάζονταν εκστασιασμένοι, κόσμος στις εξέδρες που πανηγύριζε βγάζοντας δυνατές κραυγές, ποδοσφαιριστές σε σκληρά μαρκαρίσματα και χορευτικές κινήσεις στον αέρα, απελπισμένα βλέμματα οπαδών και παικτών που έχασαν το όνειρο στο παρά ένα. Πάθος, συγκίνηση, αδελφοσύνη, απελπισία, έκπληξη: όλα αυτά που το σύγχρονο σύστημα στερεί από εκατομμύρια ανθρώπους, κάνοντας της ζωή τους βαρετή και μονότονη, το σώμα τους νωθρό και δυσκίνητο, τη σκέψη τους έτοιμη να δεχτεί το αναμενόμενο ως βέβαιο, είναι όλα εκεί με το πάτημα ενός κουμπιού, τυπικά "δωρεάν". Και το σημαντικότερο: όλοι μπορούν να συμμετέχουν, όλοι δικαιούνται να έχουν άποψη, ανεξάρτητα από την ταξική τους θέση, την μόρφωση, ή ο,τιδήποτε άλλο βρίσκουν οι καθημερινοί άνθρωποι μπροστά τους ως εμπόδιο στην προσπάθειά τους να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη. Μια επαγγελία ισότητας και δημοκρατίας σε έναν κόσμο που η δημοκρατία έχει αποκτήσει χορηγό της την Siemens...
Είναι νόμιμο να διαχωριστεί κανείς από αυτό το πάθος;
Κάπου διάβαζα για τους "Κόκκινους Θρησκευόμενους Επιστήμονες", ένα βιβλίο με 40 συνεντεύξεις ανθρώπων της τέχνης, της επιστήμης, της πολιτικής, που δήλωνουν παθιασμένοι με τον Ολυμπιακό. Η υπόκλιση στο ποδοσφαιρικό πάθος έχει φτάσει σε επίπεδο παροξυσμού. Η Αριστερά κάνει ασκήσεις αντι-ελιτισμού προσκυνώντας τη στρογγυλή θεά και το ποδόσφαιρο. Ο περσινός sportscaster της Εθνικής που δηλώνει "ακροαριστερός" του ΣΥΝ, μας καλεί ως "Έλληνες!" από τα τηλεοπτικά σποτάκια του Γερμανού να καταναλώσουμε το πάθος για την ομάδα μας. Πρέπει να είναι απαραίτητα έτσι;
Γνώμη μου είναι πως ένα όραμα ριζοσπαστικής κοινωνικής αλλαγής νομιμοποιείται να αξιώσει το πάθος των μαζών με τρόπο που να ξεπερνάει το πάθος για το ποδόσφαιρο. Ένα επαναστατικό σχέδιο κοινωνικής αλλαγής και ο αγώνας για την υλοποίησή του μπορεί να προσφέρει τις υψηλότερες συγκινήσεις και να αξιοποιήσει τις νόμιμες επιθυμίες των μαζών για συγκίνηση και πάθος, στην υπηρεσία της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας. Ο Τρότσκι στα πολύτιμα "Προβλήματα της καθημερινής ζωής" λέει πως η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι "το ομορφότερο μυθιστόρημα του κόσμου" για τις μάζες που το έγραψαν. Το να αρνηθεί κανείς αυτή τη δυνατότητα, (δηλαδή να προέρχεται η συγκίνηση - όχι κάποιων μειοψηφιών αλλά μαζών ολόκληρων - από τον αγώνα για την κοινωνική αλλαγή και όχι από τα μπούτια του Χαριστέα) ισοδυναμεί με το να αρνείται την υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής. Υπήρξαν στιγμές στην ιστορία που τεράστιες μάζες ανθρώπων κρατούσαν την ανάσα τους καθώς κρινόταν η έκβαση τιτάνιων κοινωνικών συγκρούσεων. Οι μειοψηφίες που υπερασπίζονται σήμερα την μέθοδο της επαναστατικής αλλαγής λογοδοτούν στις κορφές της συνείδησης των μαζών, στις καλύτερες δηλαδή στιγμές τους, και όχι στους πρόποδες. Είναι ο μόνος τρόπος για να φτάσουμε αυτές τις κορφές και να τις ξεπεράσουμε.
Μηπώς αυτό σημαίνει ότι απομονωνόμαστε; Πάντα υπάρχει αυτός ο κίνδυνος, και πολύ απο το σημερινό κοκορόζουμο για το ποδόσφαιρο οφείλεται στο ότι τις προηγούμενες δεκαετίες περίσσεψε ο ελιτισμός για τις επιθυμίες των πλειοψηφιών. Γνώμη μου όμως είναι πως μια παράταξη - έστω και μειοψηφική - που έχει το θάρρος να διαχωριστεί από το μαζικό "πάθος" που διεγείρουν οι εγκέφαλοι της βιομηχανίας του ποδοσφαίρου, θα έχει και την νηφαλιότητα να μιλήσει με τους πολλούς στη γλώσσα τους, με τρόπο που να κατανοεί την πολλαπλότητα των συγκινήσεων και να μην αποξενώνεται, αφού γι' αυτήν (για να χρησιμοποιήσω πάλι τον Τρότσκι) "τίποτα ανθρώπινο δεν μπορεί να της είναι ξένο".
Πρώτοι στον σχετικό κατάλογο θα πρέπει να φιγουράρουν σίγουρα όσοι υποστηρίζουν την τοπική τους ομάδα, αντιστεκόμενοι στις σειρήνες των "μεγάλων" του ποδοσφαίρου, στις πλουμιστές αθλητικές εκπομπές, στις μεγάλες εφημερίδες και τις ακριβές μεταγραφές. Οι τοπικές ομάδες είναι λιγότερο ποδόσφαιρο και περισσότερο αγάπη για τον τόπο και την κοινότητα που χτίστηκε πάνω του, είναι εκκλησίες - χαμένων, τις περισσότερες φορές - ελπίδων, ονείρων και ματαιώσεων, ζωντανών και νεκρών. Αυτοί οι άνθρωποι είναι δικοί μας άνθρωποι.
Δικοί μας είναι και όσοι παθιάζονται με τους "μεγάλους". Εκεί όμως θα λέγαμε ψέματα αν καταπίναμε ένα "πάθος" που τόσο ξεδιάντροπα και υποκριτικά καλύπτει ένα τεράστιο φαγοπότι μίζας και κέρδους. Στους ΑΕΚτζηδες, στους Βάζελους, και φυσικά στους φίλους μας τους Γαύρους, έχουμε να κάνουμε αυτή την φιλική κουβέντα, και το σημαντικότερο να τους προσφέρουμε μια άλλη πηγή συγκινήσεων, εξίσου ενδιαφέρουσα και δημοκρατική με το φαντασιακό του ποδοσφαίρου.
Όσο για την Εθνική; Εκεί θα μας επιτραπεί να απέχουμε από τα εθνικά πανηγύρια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα απέχουμε και από το κουβεντολόι. Και γιατί να το κάνουμε; Το πόστο μου στο στρατό έχει να κάνει με τα πλοία που αρμενίζουν στο Αιγαίο. Το βράδυ που η Εθνική Τουρκίας έπαιζε με την Γερμανία, στο Αιγαίο δεν κουνιόταν φύλλο. Και όλοι στο φυλάκιο ξέραμε γιατί. Ξαφνικά, αυτοί που τις προηγούμενες μέρες ήταν "τα πληρώματα του εχθρού", απόκτησαν τώρα πρόσωπο, γίνανε αυτό που είναι πραγματικά: κάποιοι σαν κι εμάς, στημένοι μπροστά σε μια οθόνη, διψασμένοι για μια νίκη, για μια συγκίνηση μέσα στη μίζερη στρατιωτική τους φυλακή. Ακριβώς σαν κι εμάς.
Στην περίπτωση του EURO, όσο και να φωνάζει ο Χελάκης, εκεί που τελείωναν οι "Έλληνες!" και η Εθνική, ξεκίναγε η καλή κουβέντα. Και φυσικά, το καλό ποδόσφαιρο.