Ένα από τα πιο απίθανα πόστα μου στον Ελληνικό Στρατό ήταν όταν μου είχε ανατεθεί στο νησί να κάνω αποδελτίωση και επισκόπηση του τουρκικού τύπου λόγω τουρκομάθειας. Χωρίς να πω περισσότερα για το συγκεκριμένο πόστο που έδωσε αφορμή για σπαρταριστά επεισόδια, θυμάμαι πάντα την αντίδραση των στελεχών που διάβαζαν κάποια είδηση για «σύλληψη λαθρομεταναστών» από την τουρκική συνοριοφυλακή: απλώς δεν το πίστευαν.
Ο λόγος γι’ αυτό ήταν πως η επίσημη γραμμή της Ελλάδας για το κύμα των μεταναστών που περνάει τα σύνορα είναι ότι υπεύθυνη είναι η Τουρκία. Οι τουρκικές κρατικές αρχές, λέει το story, βρίσκουν τους πρόσφυγες και τους στέλνουν με το έτσι θέλω στις ελληνικές ακτές. Ούτε φτώχεια, ούτε πόλεμοι, ούτε η επιθυμία για μια καλύτερη ζωή. Υπεύθυνοι είναι οι Τούρκοι.
Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι η ανάλυση καθεαυτή. Για να συντηρήσεις την ύπαρξη ενός παρανοϊκού θεσμού όπως είναι ο στρατός, χρειάζεσαι παρανοϊκά ιδεολογήματα, και το συγκεκριμένο δεν είναι και το πιο ακραίο. Το πρόβλημα είναι πως οι φορείς του συγκεκριμένου θεσμού έφταναν να πιστεύουν οι ίδιοι το ψέμα που ο θεσμός τους είχε εκτοξεύσει για να επικρατήσει στο ιδεολογικό πεδίο, χωρίς βέβαια ποτέ να πιστεύει πως οι υπάλληλοι του θα ήταν τόσο ανόητοι ώστε να χάψουν το παραμύθι και να εμποδιστούν από το να κάνουν τη δουλειά τους.
Το παραπάνω περιστατικό μου ήρθε στο νου διαβάζοντας στις εφημερίδες τις διάφορες απόψεις που παίζουν για τη διεθνή οικονομική κρίση. Και δεν μιλάω μόνο για τους διάφορους Ρεπουμπλικάνους στην Αμερική που θεωρούν πως αυτή τη στιγμή εγκαθιδρύεται στις ΗΠΑ «κομμουνιστική δικτατορία» λόγω της παρέμβασης του κράτους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μιλάω και για πιο σοβαρές γραφίδες, που ανακαλύπτουν ξαφνικά ότι ο καπιταλισμός αυτοκαταργείται ή ότι ζούμε τις τελευταίες μέρες του νεοφιλελευθερισμού και της ελεύθερης αγοράς κλπ κλπ. Υπάρχει μια σοβαρή παρανόηση εδώ, που αν δεν ξεκαθαριστεί, κινδυνεύουμε να μοιάσουμε στους αφελείς καραβανάδες του 2ου Γραφείου κάποιου ελληνικού στρατοπέδου…
Ο νεοφιλελευθερισμός πριν και πάνω από όλα ήταν μια τριακονταετής επιδρομή στους από κάτω αυτού του κόσμου, μια αναδιανομή του παγκόσμιου πλούτου από κάτω προς τα πάνω. Για να αυξηθεί ο πλούτος των από πάνω, χρειάστηκε αφενός να «απελευθερωθούν» οι από κάτω από όλα τα εμπόδια που δυσχέραιναν την πληρέστερη ένταξή τους στο σύστημα απόσπασης κέρδους (όπου «εμπόδια» ονομάστηκαν όλες οι εργατικές κατακτήσεις, οι περιορισμοί των απολύσεων και του διευθυντικού δικαιώματος, τα σωματεία και οι συλλογικές ταυτίσεις, κλπ κλπ). Αφετέρου, χρειάστηκε σφαίρες του πραγματικού που δεν προσφέρονταν για εκμετάλλευση το προηγούμενο διάστημα να «ανοίξουν» και να διατεθούν στην αγορά (από τις δημόσιες υπηρεσίες, τα δάση, το νερό, το περιβάλλον μέχρι την ανδρική ταυτότητα που «άνοιξε» για να σηκώνει καλλυντικά και κρέμες νυκτός ή το πολεμικό κλέος που ιδιωτικοποιήθηκε ένδοξα στο Ιράκ και το Αφγανιστάν).
Σε όλη αυτή την πορεία των 30 χρόνων, χύθηκαν τόνοι μελάνι και στέγνωσαν χιλιάδες στόματα για να εμπεδώσουμε πως αυτή είναι η φυσιολογική πορεία μιας κοινωνίας που επιλέγει την ελευθερία και την αυτοπραγμάτωση των ανθρώπων που την απαρτίζουν, αντίθετα με το αποστεωμένο κρατικίστικο πρότυπο των σταλινικών καθεστώτων που υπόσχεται σοσιαλισμό, αλλά τελικά αποδίδει μονάχα αδειανά, μονότονα ράφια.
Ήταν τόσο καταιγιστική αυτή η προπαγάνδα που ακόμα και οι κριτικοί της έπρεπε να υποταχτούν στους όρους που αυτή έθετε. Βοηθούσε σ’ αυτό βέβαια πως και οι δύο ορθόδοξες εκδοχές Αριστεράς που γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα, ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία, μοιραζόντουσαν την αντίληψη πως ο σοσιαλισμός λίγο πολύ ισούται με την κρατική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Κι επειδή στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού αναπτύχθηκε η λατρεία του ιδιωτικού και δαιμονοποιήθηκε ο,τιδήποτε κρατικό, η αντινεοφιλελεύθερη κριτική έδινε πολύ χώρο για να αποκαταστήσει του λόγου το αληθές. Το «ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις», το «ενάντια στις περικοπές στον προϋπολογισμό» ήταν η συνθηματολογική απάντηση στην ένταση της εκμετάλλευσης και την είσοδό της στην – πρότινος – δημόσια σφαίρα ή στις περικοπές των κοινωνικών δαπανών για υγεία, παιδεία κλπ κλπ.
Όμως, μια προσεκτικότερη ματιά ήταν αρκετή, για να διακρίνει κανείς την αλήθεια πίσω από το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα. Στην πραγματικότητα, το κράτος δεν είχε πάψει ποτέ να παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο στην οργάνωση της καπιταλιστικής οικονομίας. Όχι μόνο στο επίπεδο της αστυνόμευσης και των κατασταλτικών μηχανισμών, ως «σώματα ενόπλων ανδρών» που εξασφαλίζουν την συνεχιζόμενη κυριαρχία της άρχουσας τάξης (ένα επίπεδο που και η ίδια η νεοφιλελεύθερη θεωρία φτάνει να αποδέχεται, εκτός γελοίων περιπτώσεων). Αλλά και στη σφαίρα της οικονομίας την ίδια. Το πετρέλαιο ήταν σίγουρα κεντρικό στους πρόσφατους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Αλλά ήταν η αδυναμία της αμερικάνικης οικονομίας απέναντι στους ανταγωνιστές της και η αποκατάσταση της αμερικάνικης ηγεμονίας που ήταν η πραγματική αιτία των στρατιωτικών επεμβάσεων.
Όταν η ηγέτιδα των ιδιοκτητριών τάξεων ολόκληρου του κόσμου βάζει μπροστά το κράτος της για να ξεκαθαρίσει τους όρους του οικονομικού ανταγωνισμού, καταλαβαίνει κανείς τα όρια της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας. Η αλήθεια είναι πως μόνο με τέτοιου μεγέθους κρατικές παρεμβάσεις, μπορούσαν τα παπαγαλάκια να συνεχίσουν να μιλάνε για «λιγότερο κράτος» και «ιδιωτική πρωτοβουλία». Οι Ανδριανόπουλοι αυτού του κόσμου χρειάζονταν τις φτερούγες του Μπους και της αμερικάνικης πολεμικής μηχανής για να συνεχίζουν ανενόχλητοι το κήρυγμά τους…
Έτσι, στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, διάφορα «μικρά», ενοχλητικά γεγονότα δεν μπορούσαν να ερμηνευτούν. Γι’ αυτό και ήταν πάντοτε ανοιχτό το ερώτημα αν αυτά ήταν συνέπεια του συστήματος ή κάποιας «καθυστέρησης», κάποιου ιστορικού ατυχήματος που η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων αναμφίβολα θα τα έλυνε. Ο πόλεμος στο Ιράκ οφειλόταν στην παρανοϊκή συμμορία των νεοσυντηρητικών που κατέλαβαν τον Λευκό Οίκο. Η απαγόρευση εισόδου των διαδηλωτών της Γένοβας στα ιταλικά σύνορα ήταν μια «υπερβολή» της ακροδεξιάς κυβέρνησης Μπερλουσκόνι. Η διάλυση του ταμείου των τραπεζοϋπαλλήλων από την κυβέρνηση Αλογοσκούφη το 2005 (δηλαδή η κρατικοποίηση ενός ιδιωτικού ταμείου συμφωνημένου από δύο συμβαλλόμενα μέρη – εργοδότες και εργαζόμενους – και η δήμευση του περιεχομένου του!) ήταν ένδειξη της ανικανότητας της κυβέρνησης της «Δεξ(ι)άς».
Και τότε ήρθε η κρίση.
Και η πρόσφατη οικονομική κρίση ήταν μια αστραπή που μας βοήθησε να δούμε καθαρά μέσα στη νεοφιλελεύθερη νύχτα, μέσα στο μεθοδευμένο σκοτάδι που τόσα χρόνια έχτιζαν οι ιδεολόγοι του συστήματος.
Και αυτό που είδαμε ήταν πως όταν οι καπιταλιστές και οι τραπεζίτες τα χρειαστούν, γιατί η απληστία και η αναρχία του συστήματός τους το έχει φέρει στο χείλος του γκρεμού, το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να σφυρίξουν και οι κυβερνήσεις (πως τις έλεγε εκείνη η παλιομοδίτισσα η Ρόζα; «πολιτικές επιτροπές για την διαχείριση του συστήματος» ή κάπως έτσι;) θα τρέξουν να προσφέρουν τρισεκατομμύρια δολάρια για να τους διασώσουν.
Δεν είναι ανάγκη να θριαμβολογήσουμε όσοι λέγαμε πως π.χ. νεοσυντηρητισμός και νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν η νέα διαχωριστική γραμμή των πολιτικών πραγμάτων στην οποία ντε και καλά θα έπρεπε να στοιχηθούμε, πως οι πολεμικές επεμβάσεις δεν ήταν συνέπεια κάποιου είδους νεοαποικιοκρατίας αλλά του ιμπεριαλισμού, πως οι χυδαιότερες συντηρητικές επιθέσεις στις ελευθερίες και τα δικαιώματα δεν έρχονταν από κάποιο καθυστερημένο (κρατικό ή θρησκευτικό) παρελθόν, αλλά από την τελευταία λέξη του μέλλοντος.
Αυτό που πρέπει να κάνουμε τώρα είναι να αξιοποιήσουμε την ευκαιρία που μας δίνει το ξεγύμνωμα της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων για να κερδίσουμε πολιτικά, ιδεολογικά, στρατηγικά. Και για να το κάνουμε αυτό, θα πρέπει να αλλάξουμε τους άξονες της συζήτησης των τελευταίων τριάντα χρόνων. Άραγε, τι σημαίνει πια το κάλεσμα για «περισσότερο κράτος», για «πολιτική διαχείριση της παγκοσμιοποίησης», για «άλλη σχέση του δημόσιου με το ιδιωτικό», όταν την πολιτική διαχείριση της παγκοσμιοποίησης έχει ήδη αναλάβει η Μέρκελ και ο Σαρκοζύ;
Το ζήτημα δεν είναι (δεν ήταν ποτέ) κράτος ή όχι, δημόσιο ή ιδιωτικό, κλπ κλπ. Είμαστε με το ιδιωτικό ταμείο των τραπεζοϋπαλλήλων ενάντια στην κρατικοποίησή του από την κυβέρνηση, όπως είμαστε με την κρατική Ολυμπιακή γιατί έτσι μπορούν να προστατευτούν καλύτερα τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων της και η ασφάλεια στις αερομεταφορές.
Γι’ αυτό είναι ώρα για ένα πρόγραμμα που δεν θα γυρεύει να είναι «ρεαλιστικό» τώρα που στρίβει το εκκρεμές της οικονομίας προς το κράτος. Αλλά για ένα πρόγραμμα «ανεφάρμοστο»: κρατικοποίηση εργοστασίων χωρίς καμία αποζημίωση, απαγόρευση των απολύσεων για όσο κρατάει η κρίση, διατίμηση στα τρόφιμα και το πετρέλαιο, χάρισμα των χρεών από δάνεια και κάρτες, μετατροπή των κρατικοποιημένων τραπεζών σε μηχανισμούς ελέγχου ενός πλάνου μαζικών, δημόσιων επενδύσεων. Γιατί άραγε δεν είναι «ρεαλιστικά» όλα αυτά;
Οι μόνοι που απομείνανε να γκρινιάζουν για την κρατική παρέμβαση στην κρίση είναι κάποια πιστά σκυλάκια του νεοφιλελευθερισμού που φάγανε το παραμύθι τόσο βαθιά, ώστε να υπερασπίζονται ακόμα την ορθοδοξία του «μικρότερου κράτους» και της «μη παρέμβασης». Ας αφήσουμε μόνους τους αυτούς τους θλιβερούς καραβανάδες του νεοφιλελευθερισμού.