Monday, November 10, 2008

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (1)


«Ναι, πέρα για πέρα άνανδρος Λόλα, τον αρνούμαι τον πόλεμο με ό,τι έχει μέσα… Δεν τον θρηνώ εγώ… Δεν παραιτούμαι εγώ… Δεν τον μοιρολογάω… Τον αρνούμαι καθαρά και ξάστερα, κι όλους μαζί τους λεβέντες που περιέχει, δεν θέλω να ‘χω τίποτα να κάνω μαζί τους, μαζί του. Δεν πα να ‘ναι εννιακόσια ογδόντα πέντε εκατομμύρια του λόγου τους κι εγώ μονάχα ένας, αυτοί έχουν άδικο, Λόλα, κι εγώ έχω δίκιο, γιατί μόνο εγώ ξέρω τι θέλω: δεν θέλω πια να πεθάνω». (σ. 84)

«Κανόνια! Άνδρες! Πυρομαχικά!», να τι απαιτούσαν δίχως ποτέ να μοιάζουν αποκαμωμένοι οι πατριώτες. Δεν θα μπορούσαμε ποτέ πια να κοιμηθούμε, καταπώς φαινόταν, όσο το φτωχό Βέλγιο και η αθώα μικρή Αλσατία δεν θα γλιτώναν απ’ τον γερμανικό ζυγό. Ήταν μια εμμονή που εμπόδιζε, μας διαβεβαίωναν, τους καλύτερους από μας ν’ ανασάνουν, να φάνε, να ζευγαρώσουν. Δεν φαινόταν παρ’ όλα αυτά να εμποδίζει τους επιζώντες να κάνουν χρυσές δουλειές. Το ηθικό ήταν ακμαίο στα μετόπισθεν, αυτό να λέγεται. (σ.105)

«Ως εδώ ωστόσο, τα κλεφτρόνια διατηρούσαν στη Δημοκρατία μας το πλεονέκτημα να τους αφαιρείται η τιμή να φέρουν τα πατριωτικά όπλα. Από αύριο όμως, αυτή η κατάσταση θα αλλάξει, από αύριο, ο κλέφτης εγώ θα ξαναπάρω τη θέση μου στο στρατό… Δόθηκε διαταγή…[…] Άρχισε να δέχεται κάθε θυσία, απ’ όπου κι αν προέρχεται, όλα τα κρέατα, η Πατρίς… Έγινε απείρως ελαστική στην επιλογή των μαρτύρων της η Πατρίς. Τώρα δεν υπάρχουν στρατιώτες ανάξιοι να φέρουν όπλα και κυρίως να πεθάνουν υπό τα όπλα και διά των όπλων… Θα με κάνουν, ιδού το τελευταίο ανακοινωθέν, ήρωα εμένα!... Πρέπει να ‘ναι άκρως επιτακτική η φρενίτιδα των σφαγών για ν’ αρχίζουν να συγχωρούν την κλοπή μιας κονσέρβας! Τι λέω; Να την ξεχνούν! Είναι ασφαλώς σύνηθες να θαυμάζουμε κάθε μέρα αρχικλεφταράδες, τη χλιδή των οποίων προσκυνούν οι πάντες, μαζί κι εμείς, που η ύπαρξή τους, ωστόσο, αποδεικνύεται, αν την καλοεξετάσεις, έγκλημα διαρκείας που καθημερινά ανανεώνεται, πλην όμως αυτοί οι άνθρωποι απολαμβάνουν δόξα, τιμές και εξουσία, τα κακουργήματά τους έχουν θεσπιστεί διά νόμου, ενώ όσο μακριά κι αν ανατρέξουμε στην ιστορία – και ξέρεις ότι με πληρώνουν για να τη γνωρίζω – όλα δείχνουν πως μια ανώδυνη μικροκλοπή, και κυρίως ευτελών τροφίμων, σαν το ξεροκόμματο, το σαλάμι ή το τυρί, επισύρει ανελλιπώς στον δράστη το δημόσιο όνειδος, την κατηγορηματική απόρριψη της κοινότητας, τις έσχατες ποινές, την αυτόματη ατίμωση και την ανεξιλέωτη καταισχύνη, κι αυτό για δύο λόγους, πρώτον, γιατί ο δράστης τέτοιων κακουργημάτων είναι κατά κανόνα φτωχός, κι αυτή η κατάσταση υποδηλώνει από μόνη της μια κεφαλαιώδη ατιμία, και δεύτερον γιατί η πράξη του εμπεριέχει ένα είδος σιωπηρής μομφής προς την κοινότητα. Η κλοπή του φτωχού γίνεται μια δόλια ατομική επανόρθωση, με καταλαβαίνεις;… Που πάμε; Κι έτσι η πάταξη των μικροκλοπών εφαρμόζεται, σημείωσε, απανταχού της γης, με άκρα δριμύτητα όχι μόνο ως μέσον κοινωνικής άμυνας, αλλά επιπροσθέτως και κυρίως ως αυστηρή σύσταση προς άπαντες τους δυστυχείς να μένουν στη θέση τους και στην κάστα τους, φρόνιμοι, χαρωπά καταδικασμένοι να ψοφάνε ανά τους αιώνας και επ’ άπειρον από πείνα και μιζέρια…[…] Να λιπαίνει τα χωράφια του άγνωστου αγρότη, αυτό είναι το αληθινό μέλλον του αληθινού στρατιώτη! […] Κι αν υπάρχουν κει μέσα τίποτα λέρες που αρνούνται να καταλάβουν τα υψηλά αυτά πράγματα, δεν έχουν παρά να πάνε να θαφτούν αμέσως μαζί με τους άλλους, όχι όμως απολύτως μαζί, αλλά στην άλλη άκρη του νεκροταφείου, υπό το ατιμωτικό επιτύμβιο των άνανδρων άνευ ιδανικών, γιατί θα ‘χουν χάσει οι αχρείοι αυτοί, το υπέροχο δικαίωμα σε μια ακρούλα σκιάς του δημοπρατημένου δημοτικού μνημείου, του ανεγερθέντος προς τιμήν των καθωσπρέπει νεκρών στην κεντρική αλέα, και θα ‘χουν επίσης χάσει το δικαίωμα να περισυλλέξουν κάτι από τον αντίλαλο του υπουργού που θα ‘ρθει πάλι τούτη την Κυριακή να κατουρήσει στου νομάρχη και να σκιρτήσει στεντορείως πάνω από τους τάφους μετά το γεύμα…». (σ. 85-90)

[Τα αποσπάσματα από το βιβλίο: Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2008 – μετάφραση: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου].

Tuesday, November 4, 2008

Ομπάμα

Ο Ομπάμα θα κόψει σήμερα το νήμα.

Όχι απλά γιατί το λένε οι εθνικές δημοσκοπήσεις, όχι απλά γιατί φαίνεται πως πέφτουν τα "απόρθητα κάστρα" των ρεπουμπλικάνων. Αλλά γιατί, όπως το είπε η παλιά καραβάνα του αμερικάνικου πολιτικού συστήματος - ο Κλίντον -, είναι δύσκολο να χάσεις όταν βρίσκεσαι στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Και ο Ομπάμα βρέθηκε στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή.

Όχι πως δεν έκανε προσπάθειες να χύσει την καρδάρα με το γάλα και να κλωτσήσει την ευκαιρία. Η εξασφάλιση της υποψηφιότητας του Δημοκρατικού Κόμματος σήμανε στροφή δεξιά για τους εγκεφάλους πίσω από την εκστρατεία Ομπάμα, από τη θανατική ποινή μέχρι τις εκτρώσεις, τον πόλεμο και τόσα άλλα. Η επιλογή του Μπάιντεν ως αντιπροέδρου για να "καλύψει τις ελλείψεις" του στα διεθνή θέματα (έστω κι αν ήταν ακριβώς αυτές οι "ελλείψεις" που εξασφάλισαν στον Ομπάμα το χρίσμα) θόλωσε το στίγμα της υποψηφιότητας της "αλλαγής" και της μετωπικής σύγκρουσης με το "κατεστημένο" της Ουάσιγκτον. Από την άλλη, η επιλογή της Πέιλιν από τον Μακέιν προς στιγμή ανέτρεψε το σκηνικό: η υποψηφιότητα Ομπάμα επέλεγε να γίνει συμβατική την ίδια στιγμή που ο Μακέην αγκάλιαζε τη ρητορική και την πρακτική της αλλαγής. Η "συμβατική σοφία" που απαιτεί από τον Δημοκρατικό υποψήφιο να στρίψει ριζικά προς τα δεξιά μετά την εξασφάλιση του χρίσματος ήταν σ' αυτές τις εκλογές συνταγή καταστροφής.

Όμως η έκρηξη της οικονομικής κρίσης έσωσε την υποψηφιότητα Ομπάμα. Θύμισε στο εκλογικό σώμα τα τραγικά αποτελέσματα της πολιτικής Μπους όχι μόνο στο Ιράκ και το μέτωπο του πολέμου, αλλά και πίσω στο σπίτι. Ωστόσο, οι πολιτικές συνισταμένες που καθόρισαν το αποτέλεσμα ήταν εκεί πριν από την "τηλεοπτική" έκρηξη της κρίσης. Ένα ορατό κομμάτι συμβατικών Δημοκρατικών κόντραρε ανοιχτά την επιλογή της δεξιάς στροφής του Ομπάμα μετά το χρίσμα, γεγονός πρωτοφανές για αμερικάνικη εκλογική αναμέτρηση και ενδεικτικό των ανέμων που φυσάνε στην αμερικάνικη κοινωνία. Και από την άλλη, η Πέιλιν και ο Μακέην προσπάθησαν να ξεσηκώσουν την "σιωπηλή",
"συντηρητική πλειοψηφία" της Αμερικής ενάντια στην "εξτρεμιστική" υποψηφιότητα Ομπάμα. Αλλά η δεξαμενή αυτή ήταν πλέον συρρικνωμένη και προπάντων κουρασμένη, επηρεασμένη και αυτή από την ήττα του Μπους σε όλα τα επίπεδα. Δεν είναι μόνο ότι η πόλη πήρε κεφάλι από το χωριό. Είναι και στο χωριό που ήρθανε τα πάνω κάτω.

Και τώρα;

Τώρα όλα είναι ανοιχτά.

Και δεν εννοώ με αυτό οποιαδήποτε ελπίδα για την προεδρία Ομπάμα. Δεν πάει να χτυπιέται ο Φαναράς εναντίον του Τσόμσκυ και των "παλιομοδίτικων" απόψεών του, το πολιτικό σύστημα στην Αμερική είναι δομημένο έτσι ώστε να δημιουργεί αδιέξοδο σε οποιονδήποτε θα επιθυμούσε ακόμα και καλοπροαίρετα να βάλει στο παιχνίδι τους από κάτω. Η Ουάσιγκτον είναι παιχνίδι μόνο για πλούσιους. Και οι Δημοκρατικοί έχουν δείξει πως είναι ικανοί να ξεπουλάνε ξετσίπωτα και τις μετριοπαθέστερες υποσχέσεις.

Είναι όμως όλα ανοιχτά για άλλους λόγους. Ο Ομπάμα θα πρέπει να αναμετρηθεί με το χάος που αφήνουν πίσω τους οι νεοσυντηρητικοί. Καταρχήν με το Ιράκ. Μπορεί ο Ομπάμα να κέρδισε τον Μακέην με την οικονομία, αλλά κέρδισε την Κλίντον με το Ιράκ. Και αυτό θα είναι ένα καυτό και δύσκολο πρόβλημα. Το ομαλό σενάριο θα ήθελε τον Ομπάμα να φύγει με κάποιον τρόπο από το Ιράκ (χωρίς φυσικά να εγκαταλείπει την πρόθεση του ελέγχου της χώρας και της Μέσης Ανατολής) και να κατευνάσει τις βλέψεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού κλιμακώνοντας την ένταση με το Ιράν.

Όμως, τα ψωμιά του φιλελεύθερου ιμπεριαλισμού μπορεί να είναι και μετρημένα. Δεν έχει κλείσει τρίμηνο από τότε που η Ρωσία επανεμφανίστηκε στην παγκόσμια σκηνή. Η αντιμετώπιση της Ρωσίας μπορεί και να σημάνει την απαρχή μιας προσέγγισης με το Ιράν και την Κίνα εκ μέρους των ΗΠΑ και την εκπόνηση μιας νέας στρατηγικής για την αμερικάνικη ηγεμονία. Το πώς θα διαμορφωθούν οι συμμαχίες στη νέα περίοδο είναι πράγμα ορθάνοιχτο. Διαφορετικές συμμαχίες στο εξωτερικό θα δίνουν και διαφορετικές δυνατότητες πολιτικής ρητορικής στο εσωτερικό. Όσοι περιμένουν ένα έργο με καθαρή πλοκή (έναν γρήγορο πόλεμο, ή καθόλου πόλεμο!), μπορεί να διαψευστούν.

Και το πράγμα γίνεται ακόμα πιο ανοιχτό με το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης. Ο Ομπάμα δεν έχει καμία διάθεση να ξεφύγει από την πεπατημένη των προηγούμενων κυβερνήσεων. Αλλά, το ερώτημα είναι πως πια δεν υπάρχει αυτή η πεπατημένη. Η σωτηρία του καπιταλιστικού συστήματος και της αγοράς θα απαιτήσει ένα σωστό μίγμα κράτους και ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ο Πόλσον και ο Μπράουν μπορεί να έχουν ίδιες στοχεύσεις, αλλά τα σχέδια τους διαφέρουν σημαντικά στο μέγεθος και την έκταση της κρατικής εμπλοκής. Και το βάθεμα της κρίσης θα πληθύνει τα σενάρια, με ορατό το ενδεχόμενο να τα ριζοσπαστικοποιήσει. Και πάλι οι επιλογές που θα κάνει ο Ομπάμα αφήνουν ανοιχτές τις δυνατότητες πολιτικών συμμαχιών, ρητορικής, προβολής κλπ.

Παίζει ρόλο λοιπόν η πολιτική. Χτες, η Αμερική είχε έναν πρόεδρο που ξεκίνησε βάρβαρους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, και με τους ευρωπαίους ηγέτες να σέρνονται πίσω από τις επιλογές αυτές, να σιωπούν ή στην καλύτερη περίπτωση να ανατρέπονται.

Αύριο, η Αμερική θα έχει έναν πρόεδρο που ψήφισε και διαδήλωσε ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ, ενώ ο Σαρκοζύ, ο Μπερλουσκόνι, ο Μπράουν και η Μέρκελ ψήφισαν ναι στις κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες των χωρών τους.

Ο Γκρίνσπαν δήλωσε πως μετά από 40 χρόνια πίστης στην ελεύθερη αγορά, κατάλαβε πως έκανε λάθος. Οι δηλώσεις μετανοίας δεν ανήκουν πια στους "πρώην" της Αριστεράς. Και η νίκη του Ομπάμα θα προκαλέσει κι άλλες, ακόμα περισσότερες τέτοιες δηλώσεις.

Οι άνεμοι φυσάνε πια αλλιώς.

Tuesday, October 14, 2008

Κρίση

Ένα από τα πιο απίθανα πόστα μου στον Ελληνικό Στρατό ήταν όταν μου είχε ανατεθεί στο νησί να κάνω αποδελτίωση και επισκόπηση του τουρκικού τύπου λόγω τουρκομάθειας. Χωρίς να πω περισσότερα για το συγκεκριμένο πόστο που έδωσε αφορμή για σπαρταριστά επεισόδια, θυμάμαι πάντα την αντίδραση των στελεχών που διάβαζαν κάποια είδηση για «σύλληψη λαθρομεταναστών» από την τουρκική συνοριοφυλακή: απλώς δεν το πίστευαν.

Ο λόγος γι’ αυτό ήταν πως η επίσημη γραμμή της Ελλάδας για το κύμα των μεταναστών που περνάει τα σύνορα είναι ότι υπεύθυνη είναι η Τουρκία. Οι τουρκικές κρατικές αρχές, λέει το story, βρίσκουν τους πρόσφυγες και τους στέλνουν με το έτσι θέλω στις ελληνικές ακτές. Ούτε φτώχεια, ούτε πόλεμοι, ούτε η επιθυμία για μια καλύτερη ζωή. Υπεύθυνοι είναι οι Τούρκοι.

Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι η ανάλυση καθεαυτή. Για να συντηρήσεις την ύπαρξη ενός παρανοϊκού θεσμού όπως είναι ο στρατός, χρειάζεσαι παρανοϊκά ιδεολογήματα, και το συγκεκριμένο δεν είναι και το πιο ακραίο. Το πρόβλημα είναι πως οι φορείς του συγκεκριμένου θεσμού έφταναν να πιστεύουν οι ίδιοι το ψέμα που ο θεσμός τους είχε εκτοξεύσει για να επικρατήσει στο ιδεολογικό πεδίο, χωρίς βέβαια ποτέ να πιστεύει πως οι υπάλληλοι του θα ήταν τόσο ανόητοι ώστε να χάψουν το παραμύθι και να εμποδιστούν από το να κάνουν τη δουλειά τους.

Το παραπάνω περιστατικό μου ήρθε στο νου διαβάζοντας στις εφημερίδες τις διάφορες απόψεις που παίζουν για τη διεθνή οικονομική κρίση. Και δεν μιλάω μόνο για τους διάφορους Ρεπουμπλικάνους στην Αμερική που θεωρούν πως αυτή τη στιγμή εγκαθιδρύεται στις ΗΠΑ «κομμουνιστική δικτατορία» λόγω της παρέμβασης του κράτους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μιλάω και για πιο σοβαρές γραφίδες, που ανακαλύπτουν ξαφνικά ότι ο καπιταλισμός αυτοκαταργείται ή ότι ζούμε τις τελευταίες μέρες του νεοφιλελευθερισμού και της ελεύθερης αγοράς κλπ κλπ. Υπάρχει μια σοβαρή παρανόηση εδώ, που αν δεν ξεκαθαριστεί, κινδυνεύουμε να μοιάσουμε στους αφελείς καραβανάδες του 2ου Γραφείου κάποιου ελληνικού στρατοπέδου…

Ο νεοφιλελευθερισμός πριν και πάνω από όλα ήταν μια τριακονταετής επιδρομή στους από κάτω αυτού του κόσμου, μια αναδιανομή του παγκόσμιου πλούτου από κάτω προς τα πάνω. Για να αυξηθεί ο πλούτος των από πάνω, χρειάστηκε αφενός να «απελευθερωθούν» οι από κάτω από όλα τα εμπόδια που δυσχέραιναν την πληρέστερη ένταξή τους στο σύστημα απόσπασης κέρδους (όπου «εμπόδια» ονομάστηκαν όλες οι εργατικές κατακτήσεις, οι περιορισμοί των απολύσεων και του διευθυντικού δικαιώματος, τα σωματεία και οι συλλογικές ταυτίσεις, κλπ κλπ). Αφετέρου, χρειάστηκε σφαίρες του πραγματικού που δεν προσφέρονταν για εκμετάλλευση το προηγούμενο διάστημα να «ανοίξουν» και να διατεθούν στην αγορά (από τις δημόσιες υπηρεσίες, τα δάση, το νερό, το περιβάλλον μέχρι την ανδρική ταυτότητα που «άνοιξε» για να σηκώνει καλλυντικά και κρέμες νυκτός ή το πολεμικό κλέος που ιδιωτικοποιήθηκε ένδοξα στο Ιράκ και το Αφγανιστάν).

Σε όλη αυτή την πορεία των 30 χρόνων, χύθηκαν τόνοι μελάνι και στέγνωσαν χιλιάδες στόματα για να εμπεδώσουμε πως αυτή είναι η φυσιολογική πορεία μιας κοινωνίας που επιλέγει την ελευθερία και την αυτοπραγμάτωση των ανθρώπων που την απαρτίζουν, αντίθετα με το αποστεωμένο κρατικίστικο πρότυπο των σταλινικών καθεστώτων που υπόσχεται σοσιαλισμό, αλλά τελικά αποδίδει μονάχα αδειανά, μονότονα ράφια.

Ήταν τόσο καταιγιστική αυτή η προπαγάνδα που ακόμα και οι κριτικοί της έπρεπε να υποταχτούν στους όρους που αυτή έθετε. Βοηθούσε σ’ αυτό βέβαια πως και οι δύο ορθόδοξες εκδοχές Αριστεράς που γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα, ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία, μοιραζόντουσαν την αντίληψη πως ο σοσιαλισμός λίγο πολύ ισούται με την κρατική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Κι επειδή στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού αναπτύχθηκε η λατρεία του ιδιωτικού και δαιμονοποιήθηκε ο,τιδήποτε κρατικό, η αντινεοφιλελεύθερη κριτική έδινε πολύ χώρο για να αποκαταστήσει του λόγου το αληθές. Το «ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις», το «ενάντια στις περικοπές στον προϋπολογισμό» ήταν η συνθηματολογική απάντηση στην ένταση της εκμετάλλευσης και την είσοδό της στην – πρότινος – δημόσια σφαίρα ή στις περικοπές των κοινωνικών δαπανών για υγεία, παιδεία κλπ κλπ.

Όμως, μια προσεκτικότερη ματιά ήταν αρκετή, για να διακρίνει κανείς την αλήθεια πίσω από το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα. Στην πραγματικότητα, το κράτος δεν είχε πάψει ποτέ να παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο στην οργάνωση της καπιταλιστικής οικονομίας. Όχι μόνο στο επίπεδο της αστυνόμευσης και των κατασταλτικών μηχανισμών, ως «σώματα ενόπλων ανδρών» που εξασφαλίζουν την συνεχιζόμενη κυριαρχία της άρχουσας τάξης (ένα επίπεδο που και η ίδια η νεοφιλελεύθερη θεωρία φτάνει να αποδέχεται, εκτός γελοίων περιπτώσεων). Αλλά και στη σφαίρα της οικονομίας την ίδια. Το πετρέλαιο ήταν σίγουρα κεντρικό στους πρόσφατους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Αλλά ήταν η αδυναμία της αμερικάνικης οικονομίας απέναντι στους ανταγωνιστές της και η αποκατάσταση της αμερικάνικης ηγεμονίας που ήταν η πραγματική αιτία των στρατιωτικών επεμβάσεων.

Όταν η ηγέτιδα των ιδιοκτητριών τάξεων ολόκληρου του κόσμου βάζει μπροστά το κράτος της για να ξεκαθαρίσει τους όρους του οικονομικού ανταγωνισμού, καταλαβαίνει κανείς τα όρια της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας. Η αλήθεια είναι πως μόνο με τέτοιου μεγέθους κρατικές παρεμβάσεις, μπορούσαν τα παπαγαλάκια να συνεχίσουν να μιλάνε για «λιγότερο κράτος» και «ιδιωτική πρωτοβουλία». Οι Ανδριανόπουλοι αυτού του κόσμου χρειάζονταν τις φτερούγες του Μπους και της αμερικάνικης πολεμικής μηχανής για να συνεχίζουν ανενόχλητοι το κήρυγμά τους…

Έτσι, στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, διάφορα «μικρά», ενοχλητικά γεγονότα δεν μπορούσαν να ερμηνευτούν. Γι’ αυτό και ήταν πάντοτε ανοιχτό το ερώτημα αν αυτά ήταν συνέπεια του συστήματος ή κάποιας «καθυστέρησης», κάποιου ιστορικού ατυχήματος που η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων αναμφίβολα θα τα έλυνε. Ο πόλεμος στο Ιράκ οφειλόταν στην παρανοϊκή συμμορία των νεοσυντηρητικών που κατέλαβαν τον Λευκό Οίκο. Η απαγόρευση εισόδου των διαδηλωτών της Γένοβας στα ιταλικά σύνορα ήταν μια «υπερβολή» της ακροδεξιάς κυβέρνησης Μπερλουσκόνι. Η διάλυση του ταμείου των τραπεζοϋπαλλήλων από την κυβέρνηση Αλογοσκούφη το 2005 (δηλαδή η κρατικοποίηση ενός ιδιωτικού ταμείου συμφωνημένου από δύο συμβαλλόμενα μέρη – εργοδότες και εργαζόμενους – και η δήμευση του περιεχομένου του!) ήταν ένδειξη της ανικανότητας της κυβέρνησης της «Δεξ(ι)άς».

Και τότε ήρθε η κρίση.

Και η πρόσφατη οικονομική κρίση ήταν μια αστραπή που μας βοήθησε να δούμε καθαρά μέσα στη νεοφιλελεύθερη νύχτα, μέσα στο μεθοδευμένο σκοτάδι που τόσα χρόνια έχτιζαν οι ιδεολόγοι του συστήματος.

Και αυτό που είδαμε ήταν πως όταν οι καπιταλιστές και οι τραπεζίτες τα χρειαστούν, γιατί η απληστία και η αναρχία του συστήματός τους το έχει φέρει στο χείλος του γκρεμού, το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να σφυρίξουν και οι κυβερνήσεις (πως τις έλεγε εκείνη η παλιομοδίτισσα η Ρόζα; «πολιτικές επιτροπές για την διαχείριση του συστήματος» ή κάπως έτσι;) θα τρέξουν να προσφέρουν τρισεκατομμύρια δολάρια για να τους διασώσουν.

Δεν είναι ανάγκη να θριαμβολογήσουμε όσοι λέγαμε πως π.χ. νεοσυντηρητισμός και νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν η νέα διαχωριστική γραμμή των πολιτικών πραγμάτων στην οποία ντε και καλά θα έπρεπε να στοιχηθούμε, πως οι πολεμικές επεμβάσεις δεν ήταν συνέπεια κάποιου είδους νεοαποικιοκρατίας αλλά του ιμπεριαλισμού, πως οι χυδαιότερες συντηρητικές επιθέσεις στις ελευθερίες και τα δικαιώματα δεν έρχονταν από κάποιο καθυστερημένο (κρατικό ή θρησκευτικό) παρελθόν, αλλά από την τελευταία λέξη του μέλλοντος.

Αυτό που πρέπει να κάνουμε τώρα είναι να αξιοποιήσουμε την ευκαιρία που μας δίνει το ξεγύμνωμα της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων για να κερδίσουμε πολιτικά, ιδεολογικά, στρατηγικά. Και για να το κάνουμε αυτό, θα πρέπει να αλλάξουμε τους άξονες της συζήτησης των τελευταίων τριάντα χρόνων. Άραγε, τι σημαίνει πια το κάλεσμα για «περισσότερο κράτος», για «πολιτική διαχείριση της παγκοσμιοποίησης», για «άλλη σχέση του δημόσιου με το ιδιωτικό», όταν την πολιτική διαχείριση της παγκοσμιοποίησης έχει ήδη αναλάβει η Μέρκελ και ο Σαρκοζύ;

Το ζήτημα δεν είναι (δεν ήταν ποτέ) κράτος ή όχι, δημόσιο ή ιδιωτικό, κλπ κλπ. Είμαστε με το ιδιωτικό ταμείο των τραπεζοϋπαλλήλων ενάντια στην κρατικοποίησή του από την κυβέρνηση, όπως είμαστε με την κρατική Ολυμπιακή γιατί έτσι μπορούν να προστατευτούν καλύτερα τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων της και η ασφάλεια στις αερομεταφορές.

Γι’ αυτό είναι ώρα για ένα πρόγραμμα που δεν θα γυρεύει να είναι «ρεαλιστικό» τώρα που στρίβει το εκκρεμές της οικονομίας προς το κράτος. Αλλά για ένα πρόγραμμα «ανεφάρμοστο»: κρατικοποίηση εργοστασίων χωρίς καμία αποζημίωση, απαγόρευση των απολύσεων για όσο κρατάει η κρίση, διατίμηση στα τρόφιμα και το πετρέλαιο, χάρισμα των χρεών από δάνεια και κάρτες, μετατροπή των κρατικοποιημένων τραπεζών σε μηχανισμούς ελέγχου ενός πλάνου μαζικών, δημόσιων επενδύσεων. Γιατί άραγε δεν είναι «ρεαλιστικά» όλα αυτά;

Οι μόνοι που απομείνανε να γκρινιάζουν για την κρατική παρέμβαση στην κρίση είναι κάποια πιστά σκυλάκια του νεοφιλελευθερισμού που φάγανε το παραμύθι τόσο βαθιά, ώστε να υπερασπίζονται ακόμα την ορθοδοξία του «μικρότερου κράτους» και της «μη παρέμβασης». Ας αφήσουμε μόνους τους αυτούς τους θλιβερούς καραβανάδες του νεοφιλελευθερισμού.

Saturday, October 4, 2008

Της πατρίδος μου η σημαία

Η πατρίδα μου είναι καλή και αγαθή. Είναι πάντοτε αμυνόμενη, γι' αυτό και χρειάζεται να έχει χιλιάδες στρατιώτες στα σύνορα για να την φυλάνε. Είναι πάντοτε ριγμένη στα μεγάλα παζάρια, γι' αυτό και ένα αίσθημα περηφάνειας με διακατέχει όταν, κατ' εξαίρεση, τυχαίνει να βρίσκεται αυτή από πάνω. Είναι πάντοτε περικυκλωμένη από εχθρούς. Κι αν έχει "προαιώνιους φίλους", είναι απλά γιατί δεν συνορεύει με κανέναν τους.

Η πατρίδα μου γράφει ιστορία.

Απλώς, κάποιες φορές η ιστορία πρέπει να αλλάξει λόγω αλλαγής των συσχετισμών. Οι πολυσέλιδες εγκυκλοπαίδειες της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού για τον Εμφύλιο Πόλεμο έπρεπε να πολτοποιηθούν μετά την αλλαγή φρουράς του 1981. Όμως, οι εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις προνόησαν να σώσουν τα ιστορικά πορίσματα της - τότε - πατρίδας μου, ανατυπώνοντας το σχετικό υλικό και κοτσάροντας τον τίτλο "Γενικό Επιτελείο Στρατού" στη θέση του συγγραφέα. Και αν η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού θελήσει να διεκδικήσει τα διαφυγόντα κέρδη από τα πνευματικά δικαιώματα των έργων της; Δεν υπάρχει πρόβλημα. Η πατρίδα μου, παρά τις κατά καιρούς οβιδιακές μεταλλάξεις της, ξέρει να φυλάει τον βαθύ πυρήνα της, τον απαράλλακτο εαυτό της.

Η πατρίδα μου παρελαύνει.

Όμως, οι νομαρχίες οργανώνουν τις παρελάσεις σύμφωνα με τα Βασιλικά Διατάγματα του 1969 και του 1970. Δεν πρέπει άραγε να οργανώσουν και τις υπόλοιπες εθνικές γιορτές που ορίζουν τα Βασιλικά Διατάγματα; Την γιορτή της 21ης Απριλίου; Την γιορτή της 21ης Μαϊου επί της ονομασίας του Βασιλιά Κωνσταντίνου; Την γιορτή για τη νίκη του Εθνικού Στρατού επί των "κομμουνιστοσυμμοριτών"; Αλλά, η πατρίδα μου ξέρει να φυλάγεται. Ξέρει να μετράει αντιδράσεις, ξέρει να φυλάει το νομικό της οπλοστάσιο για όταν η μνήμη κοπάσει, για όταν οι καιροί αλλάξουν.

Η πατρίδα μου περισυλλέγει πτώματα.

Σύμφωνα με δελτίο τύπου του ΓΕΣ (http://www.army.gr/dimosieuseis/deltiatypou/displaypress.php?id=109) ανακοινώνεται ότι: "κατά τις πρωινές ώρες της 26ης Σεπτεμβρίου 2008, 4 λαθρομετανάστες (άνδρες, πιθανόν Γεωργιανής καταγωγής, αγνώστων στοιχείων) εισήλθαν σε ναρκοπέδιο στην περιοχή Καστανέων του νομού Έβρου, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό τους. Επενέβησαν η τοπική Στρατιωτική Διοίκηση καθώς και εξειδικευμένο προσωπικό του Τάγματος Εκκαθαρίσεως Ναρκοπεδίων Ξηράς (ΤΕΝΞ), για την περισυλλογή των νεκρών. Στη συνέχεια οι σοροί μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο Διδυμοτείχου. Το ναρκοπέδιο διέθετε την απαραίτητη σήμανση με φωσφορούχες πινακίδες τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά και ήταν διπλής περιφράξεως". Τι κρίμα που στη Γεωργία η αγγλομάθεια περιορίζεται μονάχα στον Σαακασβίλι... Αν ξέρατε αγγλικά, θα σωζόσασταν. Η πατρίδα μου πάντως σας προειδοποίησε.

Μια από τις αθέατες ακόμα συνέπειες του τωρινού οικονομικού κραχ και της κρατικής παρέμβασης για να σωθεί η ελεύθερη αγορά, θα είναι η επιστροφή του έθνους-κράτους, που τόσο το νεκρολόγησαν οι ιδεολόγοι της παγκοσμιοποίησης. Μαζί με το έθνος κράτος, θα θριαμβεύσουνε ξανά "οι υπηρεσίες των αλλοδαπών και διαβατηρίων, οι φοβερές σημαίες των κρατών και η διπλωματία, τα εργοστάσια πολεμικών υλών".

Η πατρίδα μου - δόξα τω Θεώ - έχει γεμάτες τις αποθήκες της.

Tuesday, September 23, 2008

Βία

Οι μέρες περνάνε αργά και όλο και περισσότερο (κακή συνήθεια) κοιτάζω το στρατιωτικό ημερολόγιο που επιμελήθηκε το 7ο Επιτελικό Γραφείο και χαζεύω το ιστορικό επετειολόγιο. Σαν χτες, 22/09/1827, "μετά από άρνηση των Μανιατών και Μεσσηνίων να υποταχθούν στον Ιμπραήμ, οι Αιγύπτιοι ερημώνουν τη Μεσσηνία και αρχίζουν συστηματική γενοκτονία του πληθυσμού της Πελοποννήσου". Σαν σήμερα, 23/09/1821, "ελληνικές δυνάμεις, υπό την Αρχηγία του Θ. Κολοκοτρώνη, ύστερα από τρίμηνη πολιορκία, καταλαμβάνουν την Τρίπολη, όπου είχαν συγκεντρωθεί 40.000 Τούρκοι. Η άλωση της Τριπόλεως αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για τους Τούρκους και την πρώτη νίκη της Επανάστασης".

Ο όρος "γενοκτονία" (το συστηματική είναι πλεονασμός, μιας και στην έννοια της γενοκτονίας περικλείεται η συστηματικότητα) είναι γέννημα του 20ού αιώνα. Αν χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσει την καταστολή της ελληνικής Επανάστασης από τους Οθωμανούς, δεν υπάρχει κανένας λόγος γιατί να μην χρησιμοποιηθεί και για το τι ακολούθησε την κατάληψη της Τριπολιτσάς (μία περιγραφή της σφαγής των Τούρκων και των Εβραίων της πόλης από πηγές της εποχής μπορεί να βρεθεί στην ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια http://el.wikipedia.org). Ο Κολοκοτρώνης περιέγραφε στα απομνημονεύματά του πως: «Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες. Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Ελληνες εσκοτώθηκαν εκατό.»

Ο William St. Clair, αυτόπτης μάρτυρας, γράφει: «Πολύ πάνω από δέκα χιλιάδες Τούρκοι πέθαναν. Αιχμάλωτοι τους οποίους υποπτευόταν οι Έλληνες ότι έκρυβαν τα χρήματά τους βασανίστηκαν βίαια. Τους ξερίζωσαν χέρια και πόδια και τους σούβλισαν αργά πάνω σε φωτιές. Άνοιγαν τις κοιλιές των εγκύων γυναικών, τους έκοβαν τα κεφάλια και έβαζαν κεφάλια σκυλιών ανάμεσα στα πόδια τους. Από την Παρασκευή ως την Κυριακή ο αέρας ήταν γεμάτος από κραυγές. Ένας Έλληνας καυχάτο ότι έσφαξε ενενήντα αμάχους. Οι Eβραίοι της πόλης υπέστησαν συστηματικούς βασανισμούς ... Επί εβδομάδες μετά λιμοκτονούντα παιδιά Τούρκων που έτρεχαν αβοήθητα μέσα στα χαλάσματα σφαγιάσθηκαν και πυροβολήθηκαν από ενθουσιώδεις Έλληνες... Όλα τα πηγάδια μολύνθηκαν από τα πτώματα που είχαν πέσει μέσα». Η βία των Αιγύπτιων στη Μεσσηνία, για το ιστορικό επετειολόγιο του Ελληνικού Στρατού, είναι γενοκτονία, η βία των Ελλήνων επαναστατών είναι απλώς περιφανής νίκη. Το πιθανότερο είναι πως οι Τούρκοι και οι Εβραίοι της πόλης συνωστίστηκαν κατά την είσοδο των απελευθερωτικών στρατευμάτων.

Υπάρχει μια πολιτική σχολή που θεωρεί πως μπορεί να ξεμπλέξει με το ζήτημα της βίας, αποδοκιμάζοντάς την "απ' όπου κι αν προέρχεται". Αυτή η πολιτική σχολή έχει περάσει και στην ιστοριογραφία: εδώ η μέθοδος είναι πως, αν ξαναγράψουμε την ιστορία λειαίνοντας και απαλείφοντας τα βίαια στιγμιότυπά της, ο κόσμος μας θα γίνει αναπόφευκτα λιγότερο βίαιος. Πρόκειται σίγουρα για πρόοδο από την τακτική να αρνείσαι ότι και οι δικοί μας στρατιώτες βίαζαν, έσφαζαν, πλιατσικολογούσαν, κλπ, κλπ. Αλλά, η ιστορική αλήθεια δεν κρύβεται. Η ελληνική επανάσταση, που ήταν μια καθόλα δίκαιη υπόθεση την εποχή που ξετυλίχτηκε, ήταν βαμμένη στο αίμα, όπως ήταν και όλες οι αστικές επαναστάσεις (και αυτή ήταν σίγουρα μια από τις μεγάλες διαφορές τους με τις αντίστοιχες προλεταριακές του 20ού αιώνα). Μπορεί αυτή η διαπίστωση να μην κάνει την σφαγή της Τριπολιτσάς λιγότερο βάρβαρη, αλλά η βία νοηματοδοτείται διαφορετικά από διαφορετικές εποχές και από διαφορετικά χαρακώματα. Το ζήτημα είναι σε ποιά πλευρά είσαι.

Σαν χτες, (συνεχίζει το ιστορικό επετειολόγιο), την 22/09/1942, "μέλη της μυστικής οργανώσεως ΠΕΑΝ "Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων" ανατινάσσουν το κτίριο, στο οποίο είχε τα γραφεία της η φιλοαξονική οργάνωση ΕΣΠΟ, με αποτέλεσμα να φονευθούν 84 Γερμανοί και 27 μέλη αυτής της οργάνωσης". Η Αθήνα, δηλαδή, του 1942, μας λέει το ιστορικό επετειολόγιο, έμοιαζε με τη σημερινή Βαγδάτη ή καλύτερα με την Καμπούλ (όπου ο ελληνικός στρατός σήμερα εξάγει αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και ΕΠΟΠ). Οι αντιστεκόμενοι στον κατακτητή βομβάρδιζαν κτίρια στο κέντρο της πρωτεύουσας, με αποτέλεσμα δεκάδες νεκρούς, ανάμεσα τους και ντόπιους συνεργάτες. Η μόνη διαφορά είναι πως τότε η Αντίσταση ήταν πολύ πιο οργανωμένη, με αποτέλεσμα οι αντιστασιακές ενέργειες να έχουν μαζικό και συντονισμένο χαρακτήρα, και έναν οργανωμένο ένοπλο βραχίονα. Η διαφορά δηλαδή ήταν το ΕΑΜ, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία για το ιστορικό επετειολόγιο, γιατί απλά το ΕΑΜ δεν υπάρχει πουθενά.

Σημερα, η βία των βομβαρδιστών των γραφείων της ΕΣΠΟ θεωρείται νόμιμη και ηρωική. Η βία όμως των ανταρτών στην Βαγδάτη και την Καμπούλ θεωρείται "τρομοκρατία". Ενάντια σ' αυτή την "τρομοκρατία", ενάντια στις "ασύμμετρες απειλές", είναι αφιερωμένη η άσκηση Παρμενίων, στους ρυθμούς της οποίας ζουν αυτές τις μέρες τα ελληνικά στρατόπεδα.

Η βία ενάντια στις "Unternehmen" των κατακτητών είναι δυσάρεστη, αιματηρή και δύσκολη να εξωραϊστεί. Όμως, είναι δίκαιη, και αν κάποτε νικήσει είναι και νόμιμη. Η Σάρα Πέιλιν κούνησε το μαντήλι στον γιο της, που έφυγε για το Ιρακ. Δεν έχουμε παρά να ευχηθούμε στην ιρακινή αντίσταση καλό βόλι.

Sunday, September 14, 2008

Είναι καιρός να μιλήσουμε για την κατάργηση της υποχρεωτικής θητείας

Στα στρατόπεδα είναι πολύ συνηθισμένη μια πινακίδα. Γράφει: "Ουτε μια σταγόνα αίμα στην ειρήνη". Οι απανωτοί θάνατοι φαντάρων τον μήνα Αύγουστο κάνουν αυτές τις πινακίδες να φαίνονται σαν ένα κακόγουστο αστείο.

Την μεγαλύτερη ανατριχίλα την ένιωσα όταν διάβασα τα νέα για τον φαντάρο που πέθανε λόγω ηλεκτρικής βλάβης στον θερμοσίφωνα. Στο φυλάκιο που ήμουν, ο θερμοσίφωνας είχε πρόβλημα. Κάθε φορά που κάναμε μπάνιο, ξέραμε ότι υπήρχε ένα ρίσκο. Η εικόνα ενός νέου ανθρώπου που κάηκε κάνοντας μπάνιο για να ξεκουραστεί από την υπηρεσία του είναι τόσο φρικιαστική, και όμως τόσο οικεία. Θα μπορούσε να είναι μια "σειρά μου", ένας γνωστός μου. Σε ένα απίθανο σενάριο, θα μπορούσα ακόμα να είμαι και εγώ.

Ένας νέος άνθρωπος, που η οικογένειά του τον εμπιστεύτηκε στα χέρια του Ελληνικού στρατού σε καιρό ειρήνης, δεν είναι πια ανάμεσά μας. Και για ποιό λόγο; Γιατί; Τι σημαντικό είχε άραγε να κάνει σ' αυτό το στρατόπεδο, όπου η διοίκησή του δεν είχε καν φροντίσει τα στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας, τα ηλεκτρικά της μονάδας;

Είχε να φυλάει σκοπιά. Αλλά για να φυλάει τι; Τις αποθήκες με το υλικό του ελληνικού στρατού; Ποιός θέλει να μπει στα στρατόπεδα για να το απαλλοτριώσει; Οι απαλλοτριωτές του υλικού είναι ήδη μέσα στα στρατόπεδα και βρίσκονται στις γραμμές των στελεχών του στρατού, όχι κάποιου αόρατου εχθρού. Δεν θέλω να πω με αυτό πως όλα τα στελέχη του Ε.Σ. κάνουν αυτή τη δουλειά. Αλλά οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ ξέρουν πως η οποιαδήποτε μείωση ή βλάβη του υλικού έχει να κάνει με την κακοδιαχείριση από το προσωπικό και όχι με κάποιους εξωτερικούς εχθρούς. Οι σκοπιές που βαράνε ασταμάτητα οι φαντάροι απλώς δεν προφυλάσσουν αυτό το υλικό.

Είχε να κάνει περίπολα. Αλλά τι σημαίνει περίπολο; Ακατάπαυστες βόλτες γύρω γύρω από ένα στρατόπεδο και υπογραφές σε μπλε και πράσινα τετράδια, που χρησιμεύουν μόνο για τα ρουφιανιλίκια που δίνουν και παίρνουν στους κόλπους των στελεχών για το ποιός ξύπνησε ή όχι, ποιός πούλησε την υπηρεσία για να τον καρφώσουν στον ανώτερο την επόμενη μέρα και ούτω καθεξής. Προστασία στρατοπεδου, υλικού και προσωπικού, μηδέν. Ο δεύτερος από τους φαντάρους που βρέθηκε νεκρός (από ναρκωτικά αυτός) ανακαλύφθηκε μετά από δέκα μέρες σε αποσύνθεση σε κάποια αποθήκη. Χωρίς να είμαι εκεί, ξέρω με βεβαιότητα πως έξω από το σημείο θα υπήρχε ένα τετράδιο περιπόλου, και πως σ' αυτό το τετράδιο περιπόλου επί δέκα ημέρες φαντάροι, δεκανείς, ΕΠΟΠ και στελέχη υπέγραφαν με την ένδειξη: "Καλώς". Και μέσα, σάπιζε το πτώμα ενός νέου ανθρώπου. Όλα "καλώς".

Είχε να κάνει θαλαμοφυλίκια, δουλειές γραφείου, κινήσεις. Αλλά όλα αυτά δεν έχουν να κάνουν με τον έξω κόσμο. Έχουν όλα να κάνουν με την αυτοσυντήρηση ενός άχρηστου γραφειοκρατικού μηχανισμού, που δεν προσφέρει τίποτα πέρα από αγήματα και τιμές στους πολιτικούς και τους άρχοντες του τόπου όταν αυτοί στήνουν εκδηλώσεις για να κάνουν το κομμάτι τους.

Αν τα παραπάνω είναι οι εμπειρίες για το πόσο άχρηστος είναι ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας, υπάρχει και το κομμάτι ότι είναι επικίνδυνος. Πρώτα και κύρια για την υγεία των στρατιωτών. Τα ηλεκτρικά των μονάδων, που το ΓΕΕΘΑ έτρεξε να τα διορθώσει σε μία μέρα (ατυχώς την μέρα μετά τον τραγικό χαμό του άτυχου παιδιού), είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Ένα παράδειγμα: ο ελληνικός στρατός παίρνει τον νεαρό αντρικό πληθυσμό της χώρας και του δημιουργεί μαζικά πρόβλημα στις σπονδυλικές τους στήλες. Τα στρώματα και τα κρεβάτια του στρατού είναι όχι μόνο βρώμικα, αλλά και επικίνδυνα. Στραβώνουν τα σώματα αυτών που κοιμούνται σε αυτά επί έναν χρόνο, και τώρα μάλιστα, με το θράσος του Μεϊμαράκη που θέλει την θητεία υποχρεωτικά στα 18, θα στραβώνουν τα σώματα 18άρηδων εφήβων, ακόμα υπό διαμόρφωση. Φυσικά δεν γίνεται ούτε λόγος για αντικατάσταση των στραβών κρεβατιών και των στρωμάτων. Τίποτα δεν προκαλεί μεγαλύτερη παράλυση από τη σαπίλα ενός μηχανισμού που ενδόμυχα γνωρίζει τον ιστορικα χρεωκοπημένο ρόλο του, αλλά συνεχίζει να υπάρχει, και γι' αυτό αδυνατεί να προσφέρει έστω και τις πιο ελάχιστες υλικές βελτιώσεις.

Όσοι έχουν κάνει χρέη γιατρού στον ελληνικο στρατό, έχουν γι' αυτό ιδιαίτερη ευθύνη. Αν έσπαγε η σιωπή των γιατρών που ξέρουν επακριβώς την κατάσταση στις μονάδες, ξέρουν για τα κρεβάτια, για τα ντουζ, για τα σάντουιτς με τα συντηρητικά που φουσκώνουν τις κοιλιές των φαντάρων και τα πορτοφόλια των Panini, Στεργίου και σία, η ελληνική κοινωνία θα αναγκαζόταν να σκεφτεί πιο προσεκτικά το ζήτημα της στράτευσης των γιων της.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι λόγοι υγείας (τα περίφημα γιώτα, από το 5 μέχρι τα διάφορα χαρτιά ελευθέρας που φροντίζουν να προμηθευτούν όσοι τελικά μπαίνουν) είναι οι μόνοι που περιορίζουν την αυθαιρεσία των καραβανάδων και δίνουν το καλύτερο επιχείρημα για τις αντιστάσεις που αναπτύσσονται μέσα στα στρατόπεδα απέναντι στην αυθαιρεσία των παράλογων διαταγών.

Πρέπει με αφορμή αυτά τα περιστατικά και αυτές τις (διάχυτες στους περισσότερους φαντάρους) σκέψεις να ξεκινήσει μια μεγάλη κουβέντα για την κατάργηση της υποχρεωτικής θητείας. Δεν εννοώ πως και άλλες κουβέντες δεν είναι χρήσιμες. Και αντιστάσεις μέσα στο στράτευμα πρέπει να εκδηλωθούν, και κουβέντες για την αγωνιστική στάση ζωής σχετικά με την επιλογή να πάει κανείς φαντάρος πρέπει να ανοίξουν. Αλλά το ζήτημα δεν είναι συνδικαλιστικό, ούτε απλώς ατομικής συνείδησης του καθένα. Είναι ζήτημα βαθιά πολιτικό, έχει να κάνει με το τι κοινωνία θέλουμε να έχουμε, πού θέλουμε να κατευθύνονται οι τεράστιοι πόροι που απορροφά σήμερα ο στρατός, τι ανθρώπους θέλουμε τελικά να βγάλουμε έξω στην κοινωνία. Και αν τα συνυπολογίσεις όλα αυτά, η απάντηση συνηγορεί ξεκάθαρα υπέρ της κατάργησης της υποχρεωτικής θητείας, όχι γιατί θέλουμε λιγότερα βάρη ή υποχρεώσεις σαν πολίτες αυτής της χώρας. Δεν θα ζητάγαμε ποτέ, για παράδειγμα, κατάργηση του υποχρεωτικού εννιάχρονου σχολείου. Γιατί, απλά, θέλουμε τα παιδιά να είναι στα σχολειά (έστω και αν φαινομενικά δεν το γουστάρουν). Αλλά δεν θέλουμε κανέναν να είναι μέσα στα στρατόπεδα.

Και δεν θέλουμε με τίποτα να είμαστε λιγότεροι, όπως λιγοστέψαμε τον Αύγουστο.

Ούτε μια σταγόνα αίμα στην ειρήνη.

Εμείς το λέμε. Και δεν είναι αστείο.

Monday, September 1, 2008

Καταργήστε την Επίδαυρο


Με τριβέλιζε, όσο ήμουν στις διακοπές, το γιουχαητό στην Επίδαυρο. Απείχα και φέτος από μια παλιά, καλή συνήθεια, να παρακολουθώ κάθε χρόνο μία τουλάχιστον καλοκαιρινή παράσταση σ' αυτό το αρχαίο θέατρο. Δεν ήταν ποτέ τόσο η παράσταση, ήταν πάντα το τελετουργικό, να φτάσεις, να μπεις, να δεις αυτό το εντυπωσιακά μεγάλο θεατρικό κοίλο να γεμίζει από κόσμο, να παρακολουθήσεις τα χειροκροτήματα της έναρξης και της λήξης. Γι' αυτό και διάβασα ό,τι έπεσε στα χέρια μου σχετικά με την επεισοδιακή παράσταση της Μήδειας. Και όσο εξελισσόταν ο διάλογος, επιβεβαιωνόταν η εκτίμηση μου για την τρομακτική δυνατότητα που έχει ο συγκεκριμένος χώρος να μετατρέπει κάθε καλλιτεχνική αντιπαράθεση γύρω από αυτόν σε βαθιά πολιτική και ιδεολογική διαμάχη. Γιατί στα μάτια μου, από την πρώτη στιγμή, αυτό που συνέβη στην Επίδαυρο το βράδυ της πρεμιέρας της Μήδειας ήταν ένα εξόφθαλμα πολιτικό γεγονός.

Δύο κόσμοι συναντήθηκαν στο αρχαίο θέατρο της Αργολίδας εκείνο το βράδυ. Ο ένας κόσμος ήταν σίγουρα οι δημιουργοί της παράστασης, με κεφαλή τον ρώσο σκηνοθέτη της Βασίλιεφ. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του κόσμου δεν είναι οι καλλιτεχνικές ή οι εθνικές του ιδιαιτερότητες. Είναι περισσότερο η δυνατότητα των Βασίλιεφ να αποτελούν κομμάτι της καλλιτεχνικής αβάν-γκαρντ, να συμμετέχουν στις πιο παθιασμένες και πιο προκλητικές συζητήσεις γύρω από την τέχνη με τους ομοίους τους ανά τον κόσμο. Οι γεωγραφικοί ορίζοντες αυτής - της ας την πούμε - ελίτ είναι ατελείωτοι, από τη Μόσχα μέχρι το Λονδίνο και από την Αθήνα μέχρι τη Νέα Υόρκη. Το κυνήγι της πιο "πρωτότυπης", της πιο "μοντέρνας", της πιο "σύγχρονης" ιδέας για το ανέβασμα μιας θεατρικής παράστασης (έχουν εξάλλου παιχτεί τόσες πολλές φορές...) είναι εδώ η εγγύηση της δόξας και της επιτυχίας, ακόμα κι αν τα προκλητικά σκηνοθετικά ευρήματα φέρουνε κατακραυγή. Ο Βασίλιεφ τα παρουσίασε σε αφθονία, αν μάλιστα πιστέψουμε τις πληροφορίες, πολλές από τις ιδέες του έμειναν αναξιοποίητες: ένα μεγάλο καπέλο σε σχήμα φαλλού που θα φορούσε η Μήδεια και θα το έκοβε, πλημμυρίζοντας έτσι στο αίμα, μια γυμνή εμφάνιση στο τέλος της παράστασης και ούτω καθεξής.

Και από την άλλη; Ένα κοινό που δηλώνει την προθυμία του να παρακολουθήσει, να συμμετέχει, να διδαχτεί, που μένει όμως φανερά πιο πίσω από τους διασκελισμούς της καλλιτεχνικής ελίτ. Ένα κοινό που περιμένει ερεθίσματα από το θέατρο που θα γκρεμίζουν τα "τείχη που το αφήνουνε εκτός", όμως αντί γι' αυτό δεν μπορεί να καταλάβει τη σημασία των σκηνοθετικών ευρημάτων ούτε την επιτηδευμένη εκφορά του θεατρικού λόγου συλλαβή τη συλλαβή, αυτού ακριβώς του λόγου που θα έπρεπε να είναι το όχημα μιας λυτρωτικής διδασκαλίας. Ένα κοινό, του οποίου οι ορίζοντες είναι καλώς ή κακώς πιο περιορισμένοι, πιο εθνικοί, πιο φτωχοί αναμφίβολα από την καλλιτεχνική κοσμόπολη.

Το πολιτικό γεγονός τη βραδιά της Μήδειας ήταν η συνάντηση αυτών των δύο κόσμων - μια συνάντηση που γίνεται όλο και πιο σπάνια στις αστικές δημοκρατίες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού - σε έναν από τους τελευταίους δημοκρατικούς, δημόσιους χώρους που έχουν απομείνει, στο γήπεδο της Επιδαύρου.

Κι εκεί, συνέβη αυτό που έχουμε δει να γίνεται ξανά και ξανά τα τελευταία χρόνια σε ανάλογες "συναντήσεις". Από τη μια, η πρωτοπορία εκτέθηκε στην αλύπητη, μαστιγωτική κριτική του πλήθους, χωρίς τις διαμεσολαβήσεις της απόστασης, της κάλπης ή του τηλεοπτικού γυαλιού. Για την ακρίβεια η καλλιτεχνική ελίτ υπέστη τις συνέπειες των πράξεων της, ή καλύτερα των παραλείψεων της. Όποιος νομίζει πως μπορεί να διεκδικεί για τον εαυτό του τον ρόλο της ανήσυχης πρωτοπορίας, αλλά δεν διατίθεται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που του γεννάει αυτός ο ρόλος, τότε σίγουρα θα αγανάκτισε από το πληβειακό αυτό ξέσπασμα. Γιατί όμως; Τα παλιά χρόνια, οι διανοοούμενοι στέκονταν ψηλότερα από τον μέσο όρο της κοινωνίας, από αυτή όμως τη θέση τους απέρρεε και η υποχρέωση να διδάξουν την κοινωνία της οποίας ηγούνταν. Νομίζει κανείς πως μπορεί να παρατήσει έτσι απλά αυτη την υποχρέωση, να ξεκοπεί από τη συνείδηση και το επίπεδο των μεγάλων μαζών, κι έπειτα να απαιτεί όταν τις συναντά να τον ραίνουν με τριαντάφυλλα;

Από την άλλη, το ξέσπασμα του πλήθους ήταν όπως όλα τα διαχρονικά ξεσπάσματα του πλήθους, υπέροχα δημοκρατικό, αυθάδες, συγχυσμένο. Μάλιστα, δεν είναι παράξενο που σε μια τέτοια έκρηξη μπορεί να φαίνονται δυσανάλογα από το πραγματικό τους μέγεθος δεξιοί πολιτικάντηδες που σπεύδουν να την νοηματοδοτήσουν "εθνικά". Το εύρημα της τρίγλωσσης απαγγελίας της αγγελικής ρήσης, υπαινισσόμενο μια σύγχρονη, κακόφωνη Βαβέλ, ήταν από τα πιο ενδιαφέροντα και λιγότερο δυσνόητα ευρήματα του Βασίλιεφ. Εκεί όμως ήταν που έλαμψε το άστρο του δεξιού μεγαλοδικηγόρου Αλέξανδρου Λυκουρέζου (γνωστού για τις εθνικές ευαισθησίες του που φουντώνουν ανάλογα με το φούσκωμα στο πορτοφόλι του, όπως φάνηκε από την ανάληψη εκ μέρους του της υπόθεσης Χαλκιά για λογαριασμό της ΔΟΕ...).

Οι συνέπειες στην πολιτική και ιδεολογική διαμάχη είναι λίγο πολύ αναμενόμενες. Οι μεν θα αποκαλέσουν τους δε συντηρητικούς και εθνικιστές, οι δε θα βαφτίσουν τους μεν ελιτιστές και κοσμοπολίτες. Και πολλοί καλοί ανθρωποι θα νιώσουν την πίεση να πάρουν την πλευρά του ενός ή του άλλου.

Υπάρχει όμως και μια συνέπεια που έχει να κάνει με το ίδιο το θέατρο: τα παλιά χρόνια, όταν τελείωναν από μια θεατρική παράσταση όλοι οι θεατές είχαν να πουν γνώμες πολλές και διαφορετικές πάνω σε ένα κοινό έργο. Η αφήγηση ήταν μία, ενιαία και αδιαίρετη, έστω κι αν η ερμηνεία της, το αισθητικό και καλλιτεχνικό αποτέλεσμα ήταν υπό διαπραγμάτευση. Το γιουχαητό στην Επίδαυρο, και η δήθεν καλόβολη υποδοχή του από τους συντελεστές της παράστασης, που είδαν σ' αυτό μια θετική εξέλιξη, σπάει την ενιαία θεατρική αφήγηση. Στην μεταμοντέρνα εκδοχή του θεάτρου-προβοκάτσια, όπως το έστησε ο Βασίλιεφ, ο θεατής που γιουχάρει, ο θεατής που μένει σιωπηλός, η ηθοποιός που φτιάχνεται με τον τζερτζελέ γιατί της θυμίζει τις καταλήψεις του '80 ή ο ηθοποιός που καταρρέει, ο Βασίλιεφ που καμαρώνει ή η Γουλιώτη που χαστουκίζει, όλοι αυτοί βγαίνουν από το θέατρο έχοντας να πουν μια εντελώς διαφορετική ιστορία για το τι συνέβη εκεί μέσα και όχι για το αισθητικό ή το καλλιτεχνικό κομμάτι.

Θα είναι αυτό το νέο θέατρο; Οχι.

Απλώς η Μήδεια του Βασίλιεφ μας θύμισε τη διχάλα που έχουμε μπροστά μας αν θέλουμε να προχωρήσουμε. Είτε να ανταποκριθούν οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι στον κοινωνικό ρόλο που απορρέει από τη θέση τους, μια ανάγκη που τόσο έντονα ξεπροβάλλει από τη ζωή. Είτε να πάψει η μάζα να μπλέκεται στα πόδια της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Να καταργηθεί δηλαδή η Επίδαυρος.

Υ.Γ.: Καλό φθινόπωρο και καλή λευτεριά. Πέντε μήνες μείνανε.