
Με τριβέλιζε, όσο ήμουν στις διακοπές, το γιουχαητό στην Επίδαυρο. Απείχα και φέτος από μια παλιά, καλή συνήθεια, να παρακολουθώ κάθε χρόνο μία τουλάχιστον καλοκαιρινή παράσταση σ' αυτό το αρχαίο θέατρο. Δεν ήταν ποτέ τόσο η παράσταση, ήταν πάντα το τελετουργικό, να φτάσεις, να μπεις, να δεις αυτό το εντυπωσιακά μεγάλο θεατρικό κοίλο να γεμίζει από κόσμο, να παρακολουθήσεις τα χειροκροτήματα της έναρξης και της λήξης. Γι' αυτό και διάβασα ό,τι έπεσε στα χέρια μου σχετικά με την επεισοδιακή παράσταση της Μήδειας. Και όσο εξελισσόταν ο διάλογος, επιβεβαιωνόταν η εκτίμηση μου για την τρομακτική δυνατότητα που έχει ο συγκεκριμένος χώρος να μετατρέπει κάθε καλλιτεχνική αντιπαράθεση γύρω από αυτόν σε βαθιά πολιτική και ιδεολογική διαμάχη. Γιατί στα μάτια μου, από την πρώτη στιγμή, αυτό που συνέβη στην Επίδαυρο το βράδυ της πρεμιέρας της Μήδειας ήταν ένα εξόφθαλμα πολιτικό γεγονός.
Δύο κόσμοι συναντήθηκαν στο αρχαίο θέατρο της Αργολίδας εκείνο το βράδυ. Ο ένας κόσμος ήταν σίγουρα οι δημιουργοί της παράστασης, με κεφαλή τον ρώσο σκηνοθέτη της Βασίλιεφ. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του κόσμου δεν είναι οι καλλιτεχνικές ή οι εθνικές του ιδιαιτερότητες. Είναι περισσότερο η δυνατότητα των Βασίλιεφ να αποτελούν κομμάτι της καλλιτεχνικής αβάν-γκαρντ, να συμμετέχουν στις πιο παθιασμένες και πιο προκλητικές συζητήσεις γύρω από την τέχνη με τους ομοίους τους ανά τον κόσμο. Οι γεωγραφικοί ορίζοντες αυτής - της ας την πούμε - ελίτ είναι ατελείωτοι, από τη Μόσχα μέχρι το Λονδίνο και από την Αθήνα μέχρι τη Νέα Υόρκη. Το κυνήγι της πιο "πρωτότυπης", της πιο "μοντέρνας", της πιο "σύγχρονης" ιδέας για το ανέβασμα μιας θεατρικής παράστασης (έχουν εξάλλου παιχτεί τόσες πολλές φορές...) είναι εδώ η εγγύηση της δόξας και της επιτυχίας, ακόμα κι αν τα προκλητικά σκηνοθετικά ευρήματα φέρουνε κατακραυγή. Ο Βασίλιεφ τα παρουσίασε σε αφθονία, αν μάλιστα πιστέψουμε τις πληροφορίες, πολλές από τις ιδέες του έμειναν αναξιοποίητες: ένα μεγάλο καπέλο σε σχήμα φαλλού που θα φορούσε η Μήδεια και θα το έκοβε, πλημμυρίζοντας έτσι στο αίμα, μια γυμνή εμφάνιση στο τέλος της παράστασης και ούτω καθεξής.
Και από την άλλη; Ένα κοινό που δηλώνει την προθυμία του να παρακολουθήσει, να συμμετέχει, να διδαχτεί, που μένει όμως φανερά πιο πίσω από τους διασκελισμούς της καλλιτεχνικής ελίτ. Ένα κοινό που περιμένει ερεθίσματα από το θέατρο που θα γκρεμίζουν τα "τείχη που το αφήνουνε εκτός", όμως αντί γι' αυτό δεν μπορεί να καταλάβει τη σημασία των σκηνοθετικών ευρημάτων ούτε την επιτηδευμένη εκφορά του θεατρικού λόγου συλλαβή τη συλλαβή, αυτού ακριβώς του λόγου που θα έπρεπε να είναι το όχημα μιας λυτρωτικής διδασκαλίας. Ένα κοινό, του οποίου οι ορίζοντες είναι καλώς ή κακώς πιο περιορισμένοι, πιο εθνικοί, πιο φτωχοί αναμφίβολα από την καλλιτεχνική κοσμόπολη.
Το πολιτικό γεγονός τη βραδιά της Μήδειας ήταν η συνάντηση αυτών των δύο κόσμων - μια συνάντηση που γίνεται όλο και πιο σπάνια στις αστικές δημοκρατίες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού - σε έναν από τους τελευταίους δημοκρατικούς, δημόσιους χώρους που έχουν απομείνει, στο γήπεδο της Επιδαύρου.
Κι εκεί, συνέβη αυτό που έχουμε δει να γίνεται ξανά και ξανά τα τελευταία χρόνια σε ανάλογες "συναντήσεις". Από τη μια, η πρωτοπορία εκτέθηκε στην αλύπητη, μαστιγωτική κριτική του πλήθους, χωρίς τις διαμεσολαβήσεις της απόστασης, της κάλπης ή του τηλεοπτικού γυαλιού. Για την ακρίβεια η καλλιτεχνική ελίτ υπέστη τις συνέπειες των πράξεων της, ή καλύτερα των παραλείψεων της. Όποιος νομίζει πως μπορεί να διεκδικεί για τον εαυτό του τον ρόλο της ανήσυχης πρωτοπορίας, αλλά δεν διατίθεται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που του γεννάει αυτός ο ρόλος, τότε σίγουρα θα αγανάκτισε από το πληβειακό αυτό ξέσπασμα. Γιατί όμως; Τα παλιά χρόνια, οι διανοοούμενοι στέκονταν ψηλότερα από τον μέσο όρο της κοινωνίας, από αυτή όμως τη θέση τους απέρρεε και η υποχρέωση να διδάξουν την κοινωνία της οποίας ηγούνταν. Νομίζει κανείς πως μπορεί να παρατήσει έτσι απλά αυτη την υποχρέωση, να ξεκοπεί από τη συνείδηση και το επίπεδο των μεγάλων μαζών, κι έπειτα να απαιτεί όταν τις συναντά να τον ραίνουν με τριαντάφυλλα;
Από την άλλη, το ξέσπασμα του πλήθους ήταν όπως όλα τα διαχρονικά ξεσπάσματα του πλήθους, υπέροχα δημοκρατικό, αυθάδες, συγχυσμένο. Μάλιστα, δεν είναι παράξενο που σε μια τέτοια έκρηξη μπορεί να φαίνονται δυσανάλογα από το πραγματικό τους μέγεθος δεξιοί πολιτικάντηδες που σπεύδουν να την νοηματοδοτήσουν "εθνικά". Το εύρημα της τρίγλωσσης απαγγελίας της αγγελικής ρήσης, υπαινισσόμενο μια σύγχρονη, κακόφωνη Βαβέλ, ήταν από τα πιο ενδιαφέροντα και λιγότερο δυσνόητα ευρήματα του Βασίλιεφ. Εκεί όμως ήταν που έλαμψε το άστρο του δεξιού μεγαλοδικηγόρου Αλέξανδρου Λυκουρέζου (γνωστού για τις εθνικές ευαισθησίες του που φουντώνουν ανάλογα με το φούσκωμα στο πορτοφόλι του, όπως φάνηκε από την ανάληψη εκ μέρους του της υπόθεσης Χαλκιά για λογαριασμό της ΔΟΕ...).
Οι συνέπειες στην πολιτική και ιδεολογική διαμάχη είναι λίγο πολύ αναμενόμενες. Οι μεν θα αποκαλέσουν τους δε συντηρητικούς και εθνικιστές, οι δε θα βαφτίσουν τους μεν ελιτιστές και κοσμοπολίτες. Και πολλοί καλοί ανθρωποι θα νιώσουν την πίεση να πάρουν την πλευρά του ενός ή του άλλου.
Υπάρχει όμως και μια συνέπεια που έχει να κάνει με το ίδιο το θέατρο: τα παλιά χρόνια, όταν τελείωναν από μια θεατρική παράσταση όλοι οι θεατές είχαν να πουν γνώμες πολλές και διαφορετικές πάνω σε ένα κοινό έργο. Η αφήγηση ήταν μία, ενιαία και αδιαίρετη, έστω κι αν η ερμηνεία της, το αισθητικό και καλλιτεχνικό αποτέλεσμα ήταν υπό διαπραγμάτευση. Το γιουχαητό στην Επίδαυρο, και η δήθεν καλόβολη υποδοχή του από τους συντελεστές της παράστασης, που είδαν σ' αυτό μια θετική εξέλιξη, σπάει την ενιαία θεατρική αφήγηση. Στην μεταμοντέρνα εκδοχή του θεάτρου-προβοκάτσια, όπως το έστησε ο Βασίλιεφ, ο θεατής που γιουχάρει, ο θεατής που μένει σιωπηλός, η ηθοποιός που φτιάχνεται με τον τζερτζελέ γιατί της θυμίζει τις καταλήψεις του '80 ή ο ηθοποιός που καταρρέει, ο Βασίλιεφ που καμαρώνει ή η Γουλιώτη που χαστουκίζει, όλοι αυτοί βγαίνουν από το θέατρο έχοντας να πουν μια εντελώς διαφορετική ιστορία για το τι συνέβη εκεί μέσα και όχι για το αισθητικό ή το καλλιτεχνικό κομμάτι.
Θα είναι αυτό το νέο θέατρο; Οχι.
Απλώς η Μήδεια του Βασίλιεφ μας θύμισε τη διχάλα που έχουμε μπροστά μας αν θέλουμε να προχωρήσουμε. Είτε να ανταποκριθούν οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι στον κοινωνικό ρόλο που απορρέει από τη θέση τους, μια ανάγκη που τόσο έντονα ξεπροβάλλει από τη ζωή. Είτε να πάψει η μάζα να μπλέκεται στα πόδια της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Να καταργηθεί δηλαδή η Επίδαυρος.
Υ.Γ.: Καλό φθινόπωρο και καλή λευτεριά. Πέντε μήνες μείνανε.







